«Για το Μάρτιν ΜακΓκίνες, η χειραψία με τη Βασίλισσα Ελισάβετ θα αποτελέσει το μεγαλύτερο βήμα στο δρόμο που διάνυσε ώστε να καταστεί από παραστρατιωτικός διοικητής σε κορυφαίο πολιτικό».
Με αυτή την πρόταση περιγράφει το CNN το «τελευταίο βήμα» μετεξέλιξης του πρώην επικεφαλής ένοπλων αντάρτικων μονάδων του Ιρλανδικού Απελευθερωτικού Στρατού (IRA) στις αρχές του 1970 και νυν αναπληρωτή πρώτου υπουργού (αντιπροέδρου) της κυβέρνησης συνεργασίας της Βόρειας Ιρλανδίας, όπου και εκπροσωπεί το πλέον δημοφιλές καθολικό κόμμα της επικράτειας, το Σιν Φέιν.

Ο υπέρμαχος της διακοινοτικής συμφιλίωσης πλέον ΜακΓκίνες, για τον οποίο επί χρόνια «ψιθυριζόταν» ότι είχε άμεση εμπλοκή στη δολοφονία ενός στελέχους του IRA που εν τέλει έγινε πληροφοριοδότης της άλλης πλευράς, συνάντησε τη Βασίλισσα στο Μπέλφαστ στο πλαίσιο της επίσκεψης της τελευταίας στη Βόρεια Ιρλανδία με αφορμή τους εορτασμούς για το «Αδαμάντινο Ιωβηλαίο» της.

Η συνάντηση και η θερμή δημόσια χειραψία των δύο εγκαινιάζει ένα νέο κεφάλαιο στις βρετανο-ιρλανδικές σχέσεις. Μιλώντας στην ιρλανδική διάλεκτο, ο ΜακΓκίνες αποχαιρέτισε τη Βασίλισσα λέγοντάς της: «Αντίο και καλή τύχη (χρησιμοποίησε μία έκφραση που σημαίνει παράλληλα και καλό ταξίδι)».

Ο ίδιος ο 62χρονος ΜακΓκίνες έχει προκαλέσει αρκετές έριδες στη διάρκεια της μακράς πορείας του, είτε για τις φημολογούμενες ωμότητές του την εποχή της σκληρής βίας, είτε για κάποιες «αδιαφανείς», όπως λέγεται, σχέσεις του με τις προτεσταντικές ομάδες, ή ακόμα και για τον τρόπο που πολιτεύθηκε όταν από ένας άνθρωπος ταγμένος στον ένοπλο αγώνα αποφάσισε να εξελιχθεί σ’ έναν πολιτικό της ειρήνης και της ομόνοιας.

Παρότι όμως και για το ΜακΓκίνες, όπως και για την εξέλιξη και των δύο πρωταγωνιστών του ιρλανδικού ζητήματος, αρκετά θέματα είναι υπό διακύβευση και ανοιχτά σε ποικίλες ερμηνείες, το μόνο σίγουρο είναι ότι η  χειραψία, δείγμα προσήλωσης στη συμφιλίωση και την ειρήνη, θα βρει μία περίοπτη θέση στα βιβλία ιστορίας του μέλλοντος.