Δέκα χρόνια συμπληρώθηκαν την 1η Ιουλίου από τη μέρα σύναψης της συνθήκης που δημιούργησε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC), με αντικείμενο τη διερεύνηση για εγκλήματα πολέμου ανά τον κόσμο. Παρά τις προσδοκίες που δημιούργησε το δικαστήριο, με έδρα τη Χάγη της Ολλανδίας, έχει αποδειχθεί ανεπαρκές, αφού έχει καταδικάσει μόλις έναν εγκληματία πολέμου, δείχνοντας μάλιστα ότι πραγματοποιεί έρευνες «επιλεκτικά». Το Καταστατικό της Ρώμης που υπεγράφη την 1η Ιουλίου του 2002 αναφέρει ότι το ICC είναι «αποφασισμένο να θέσει ένα τέλος στην ατιμωρησία για τους δράστες των αγριοτήτων». Αd hoc δικαστήρια έχουν συσταθεί για τη δίωξη των δραστών γενοκτονίας, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπως στους πολέμους της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Σιέρα Λεόνε.

Σε αυτές έχουν παραπεμφθεί σε δίκη οι σημαντικότεροι πολιτικοί και στρατιωτικοί αρχηγοί, όπως ο Ράντοβαν Κάρατζιτς και ο Τσαρλς Τέιλορ, αντίστοιχα. Το μόνιμο δικαστήριο όμως, αυτό της Χάγης, έχει αρχίσει μόλις τρεις δίκες, έχοντας καταδικάσει μόνο τον πολέμαρχο του Κονγκό, Τόμας Λουμπάνγκα.

Αρκετοί ειδικοί θεωρούν ότι το Δικαστήριο χρειάζεται χρόνο, όπως έγινε στις περιπτώσεις του Κάρατζιτς και του πρώην στρατιωτικού ηγέτη των Σέρβων της Βοσνίας, Ράτκο Μλάντιτς, των οποίων οι δίκες είναι σε εξέλιξη. Το ICC έχει ανοίξει επτά έρευνες και έχει εκδόσει 20 εντάλματα σύλληψης, μεταξύ των οποίων ο Τζόζεφ Κόνι και ο σουδανός πρόεδρος Ομάρ αλ Μπασίρ.

Οι εισαγγελείς επισημαίνουν ότι και μόνο το γεγονός ότι έχουν απαγγελθεί κατηγορίες στον αλ Μπασίρ και στον πρώην λίβυο ηγέτη Μουαμάρ Καντάφι είναι σημαντικό βήμα για τον τερματισμό της ατιμωρησίας αρχηγών κρατών που χρησιμοποιούν βία ενάντια στο λαό. Το Δικαστήριο έχει επικριθεί έντονα διότι έχει διενεργήσει έρευνες μόνο στην Αφρική και συγκεκριμένα στην Ουγκάντα, στο Κονγκό, στην Κεντρική Αφρικανική Δημοκρατία, στο Σουδάν, στην Κένυα, στη Λιβύη και στην Ακτή Ελεφαντοστού.

Το ΔΠΔ όμως, όπως και άλλα διεθνή δικαστήρια δεν διαθέτει κάποια αστυνομική δύναμη, οπότε βασίζεται στα κράτη- μέλη, που παραπέμπουν τους υπόπτους. Μέχρι στιγμής 121 χώρες έχουν υπογράψει τη Συνθήκη, με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα να μην βρίσκονται ανάμεσα σε αυτές.

Οπότε γίνεται έντονα αντιληπτό τι πρόβλημα δημιουργείται, από τη στιγμή που οι συγκεκριμένες υπερδυνάμεις είναι μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με δικαίωμα άσκησης βέτο. Για παράδειγμα, η Ρωσία μπλακάρει την έρευνα για τη δράση του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία, ενώ την ίδια ώρα η βία κλιμακώνεται.

Ο γενικός γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας, Σαλίλ Σέτι ανέφερε στο Al Jazeera ότι παρά το γεγονός ότι το Διεθνές Ποινικό ΔΙκαστήριο της Χάγης είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα στο χώρο της Δικαιοσύνης την τελευταία 50ετία, θα πρέπει να κάνει πολύ περισσότερα πράγματα τα επόμενα χρόνια.

«Για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει χρειάζεται ισχυρή χρηματική και πολιτική στήριξη, κάτι που δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή» ανέφερε. Σημειώνεται ότι ο προϋπολογισμός του δικαστηρίου για το τρέχον έτος είναι 108,8 εκατ. ευρώ, με τα κράτη μέλη να αντιδρούν σε ενδεχόμενη αύξησή του, απόρροια της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Οι βασικοί χρηματοδότες του είναι η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ιαπωνία και η Βρετανία. Η Διεθνής Ομοσπονδία για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα υποστηρίζει ότι το γεγονός αυτό «επηρεάζει την ικανότητά του να πραγματοποιεί έρευνες, νέες διώξεις και να λειτουργεί όπως θα έπρεπε».

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης έχει ανοίξει τους φακέλους και του Αφγανιστάν, της Κολομβίας, της Γεωργίας, της Ονδούρας, της Νιγηρίας, της Γουινέας, μεταξύ άλλων. Το σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται ποτέ να αγγίξει -ούτε καν να σκεφτεί- τις περιπτώσεις πολιτικών ηγετών της Δύσης, που στο όνομα εννοιών όπως ο ανθρωπισμός ή της υποτιθέμενης τρομοκρατικής απειλής εισέβαλαν σε διάφορες χώρες αφαιρώντας τη ζωή και καταστρέφοντας τις επόμενες γενεές χιλιάδων ανθρώπων.




Βαγγέλης Βιτζηλαίος
TAGS