Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικονομική κρίση, εξαιτίας των παγκόσμιων διαστάσεών της, έχει προκαλέσει τη ραγδαία επιδείνωση των περισσότερων από τους βασικούς οικονομικούς δείκτες σε διεθνή κλίμακα.
Χαμηλές προσδοκίες

Με τα δημόσια οικονομικά να είναι εξαιρετικά επιβαρυμένα, την επενδυτική δραστηριότητα να βρίσκεται σε κάμψη, το επίπεδο της απασχόλησης να σημειώνει ιστορικά χαμηλά στην πλειονότητα των ανεπτυγμένων κρατών, την ιδιωτική κατανάλωση να επιβραδύνεται διαρκώς, αλλά και τα πάσης φύσης  δημόσια αγαθά να συρρικνώνονται ως ποσοτικά μεγέθη και να αποδυναμώνονται σε ό,τι αφορά τις ποιοτικές παραμέτρους τους, είναι δεδομένο πως η κοινωνική πόλωση εντείνεται, η αβεβαιότητα επιτείνεται και το μέρισμα ευημερίας μειώνεται.


Παρότι λοιπόν υπ’ αυτές τις συνθήκες, σ’ άλλες περιπτώσεις περισσότερο και σε άλλες λιγότερο,  η έννοια του «αξιοβίωτου βίου» αναπροσαρμόζεται… προς τα κάτω, υπάρχουν πόλεις που αν και ασφαλώς απέχουν από το να είναι ιδανικές, συγκεντρώνουν χαρακτηριστικά, διαφορετικά η καθεμία, που καθιστούν τη διαβίωση σε αυτές ελκυστική διαδικασία. Αποτελούν με άλλα λόγια πόλεις όπου χαίρεσαι να (τις) ζεις.


Αναζητώντας το «ευ ζην»

Η αλήθεια είναι πως το «ζην», ακόμα δε περισσότερο το «ευ ζην», συνιστούν έννοιες που διαθέτουν ισχυρό βιωματικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου δεν είναι εύκολο να αναλυθούν στα επιμέρους στοιχεία που τις συνιστούν, ιδίως όταν αυτά επιδιώκεται να έχουν ποσοτικές αποτυπώσεις.


Εν τούτοις, παρότι μεθοδολογικά το ζήτημα είναι πάντα ανοιχτό και η εγκυρότητα κάθε εγχειρήματος διακυβεύσιμη, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ένα εύρος ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών, οι οποίοι υπο-ομαδοποιούνται με σκοπό να διαδραματίζουν ένα λειτουργικό ρόλο, είναι δυνατό να απεικονίσει ποιες πόλεις μπορούν να προσφέρουν αυτό που λίγο πολύ εννοούμε με τον όρο «ποιότητα ζωής».


Παραδοσιακοί δείκτες και νέα κριτήρια


Το Economist Intelligence Unit, το οποίο συστηματικά δημιουργεί πίνακες κατάταξης πόλεων βάσει του αξιοβίωτου χαρακτήρα τους, προχώρησε και φέτος στην αξιολόγηση πόλεων σε παγκόσμια κλίμακα ώστε να καταλήξει στις πιο «ποιοτικές» από αυτές.

Για να φθάσει στα συμπεράσματά της, η μονάδα μελετών εξέτασε 30 δείκτες που συνιστούν 5 ευρείες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βρίσκονται η κοινωνική συνοχή, η σταθερότητα, οι υποδομές, η εκπαίδευση και ο πολιτισμός. Αυτοί είναι και οι παραδοσιακοί, τρόπον τινά, δείκτες που χρησιμοποιούνται σε αντίστοιχες έρευνες.


Αυτή τη φορά όμως επιλέχθηκε να αξιοποιηθεί και μία δέσμη δεικτών που ομαδοποιούνται υπό την ονομασία «χωρικές ποιότητες/ποιότητες του χώρου» (spatial qualities).  Εδώ, κριτήρια αποτελούν η πυκνότητα του πρασίνου, η αστική εξάπλωση, η περιβαλλοντική μόλυνση, ο βαθμός απομόνωσης, καθώς και το πολιτισμικό κεφάλαιο.


Αυτός ο συνδυασμός κριτηρίων οδήγησε σε αρχικά παράδοξα αποτελέσματα, καθώς ανέτρεψε τις σχεδόν παραδοσιακές κατατάξεις. Έτσι λοιπόν, με τα παραδοσιακά κριτήρια (Σταθερότητα, Υγεία, Πολιτισμός, Περιβάλλον, Εκπαίδευση και Υποδομές) να βαραίνουν κατά 75%) και τα καινούργια [Αστικοί παράγοντες (εξάπλωση και πράσινο), Γεωγραφικοί παράγοντες (φυσικό κεφάλαιο, απομόνωση, συνδεσιμότητα), Πολιτισμικό κεφάλαιο, Μόλυνση] κατά 25%, τα αποτελέσματα είναι αιρετικά και ενδιαφέροντα.


Η αξία των καινούργιων κριτηρίων


Εκείνο που προσθέτουν οι νέοι δείκτες, οι οποίοι εξετάζονται υπό το πρίσμα του πληθυσμού και της γεωγραφικής κατανομής του στο χώρο, μεταξύ άλλων είναι η «δημοκρατικότητα» που τους διακρίνει, καθώς και η «υποχρεωτικότητα» τους. Από τη μία δηλαδή πρόκειται για ποιοτικά χαρακτηριστικά που «ανήκουν» σε όλους (βλ. πράσινο), που είναι δυνητικά καθολικά προσβάσιμα (βλ. μόλυνση), ενώ από την άλλη επιβαρύνουν ισόποσα τους πάντες (βλ. (βλ. πολιτισμικό κεφάλαιο), ση), όπως δε είναι αναπόφευκτα για όλους (βλ. απομόνωση).


Εξάλλου δύσκολα κάποιος μπορεί να διαφωνήσει στο ότι η πυκνότητα του πρασίνου στον αστικό χώρο επηρεάζει θετικά την ευημερία ή ότι η εξάπλωση των πόλεων δημιουργεί εξωτερικότητες όπως η εξώθηση στη χρήση ιδιωτικών μεταφορικών μέσων, η αύξηση του κόστους των δημόσιων συγκοινωνιών κοκ. Επιπρόσθετα, υπάρχει διαφωνία ως προς τον ευνοϊκό χαρακτήρα για την ευημερία που διατηρεί η αβίαστη πρόσβαση στα υψηλής ποιότητας πολιτισμικά αγαθά ή και η δικτύωση (υλική, ψηφιακή και συμβολική) μας περιοχής με τον υπόλοιπό κόσμο;


Οι ενστάσεις


Βέβαια από την άλλη, πόσο αντικειμενικό είναι να αξιολογούνται μόνο πόλεις μ’ έναν αριθμό κατοίκων και κάτω, αφού από εκεί και πάνω ο πληθυσμός μοιάζει μη ανεκτός για τα κριτήρια, αλλά και από έναν αριθμό και πάνω γιατί από αυτό το όριο και κάτω κρίνεται ότι δεν εξάγονται ασφαλή συμπεράσματα.


Συν τοις άλλοις, τι συμβαίνει με την αστική εξάπλωση; Είναι ίδια η μεγέθυνση του αστικού χώρου που συντελείται για να στεγαστούν άτακτα και βιαστικά περιθωριοποιημένες δραστηριότητες και κοινωνικές κατηγορίες με χαμηλό ανθρώπινο κεφάλαιο και ασθενή εισοδήματα, με την εξάπλωση που αποτελεί μία ομαλή, σχεδιασμένη, συστηματική και μεθοδική διεύρυνση των ορίων μίας σύγχρονης πόλης που φιλοξενεί ποικιλία δράσεων;


Ή, τέλος, σίγουρα κάποιες περιοχές είναι προικισμένες με απαράμιλλο φυσικό κάλλος. Αυτές είναι πιο αξιοβίωτες από άλλες που αντισταθμίζουν αυτή τη μειονεξία στην αφετηρία με πρόσθετες αρετές άλλης φύσης;


Τα αποτελέσματα

Σίγουρα ο διάλογος είναι ευρύς, ίσως δε και ανεξάντλητος. Η μεθοδολογία, το εκάστοτε δείγμα, τα συλλεγόμενα στοιχεία, οι σκοποί, ο χρόνος και οι διαθέσιμοι πόροι πάντα θα είναι αμφιλεγόμενα. Εν τούτοις, οι κατατάξεις για τις πλέον αξιοβίωτες πόλεις, μία με την ενσωμάτωση των «χωρικών» ποιοτήτων και μία με βάσει τα «παραδοσιακά» κριτήρια, όπως προκύπτουν από τα παραπάνω, είναι οι εξής:


Κύριες πόλεις         Μετά τη χωρική προσαρμογή                   Χωρίς τους χωρικούς δείκτες 
Χόνγκ Κόνγκ                                           1                                                      10 
Άμστερνταμ                                             2                                                        8 
Οσάκα                                                    3                                                        3 
Παρίσι                                                    4                                                        5 
Σύδνευ                                                   5                                                        2 
Στοκχόλμη                                              6                                                        4                 
Βερολίνο                                                7                                                        7 
Τορόντο                                                 8                                                        1                 
Μόναχο                                                  9                                                        9    
Τόκυο                                                   10                                                        6  


Όπως σημειώθηκε και νωρίτερα, η προσαρμογή στη βάση των «χωρικών ποιοτήτων» προκαλεί ανακατατάξεις.

Ανεξάρτητα όμως από την ακρίβεια της κάθε κατάταξης, είναι δεδομένο πως στις ημέρες μας, δηλαδή σε καιρούς που διάφορες πόλεις, μεταξύ αυτών και η Αθήνα, μοιάζουν να προσπαθούν να ανασυγκροτηθούν έπειτα από το σαρωτικό πέρασμα της οικονομικής κρίσης, αυτές οι πόλεις μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα-οδηγούς.

Έτσι ή αλλιώς, πέρα από μετρήσεις και κατατάξεις, κάθε πόλη έχει και όλα εκείνα τα πολύ δικά της χαρακτηριστικά, τα στοιχεία που συγκροτούν την ιδιαίτερη ταυτότητα και συνιστούν την ιδιοπροσωπία της. Πολλά από αυτά δεν καταγράφονται σε δείκτες, μα εντυπώνονται βιωματικά, οπότε και για τον καθένα έχουν άλλη βαρύτητα και διαφορετικά αποτιμώνται.

Συνεπώς, το εάν εν τέλει κάποιος αγαπά να μένει στη βιομηχανική και παραδοσιακά ιαπωνική Οσάκα ή λατρεύει να περνά τη ζωή του στο κοσμοπολίτικο και κουλτουραλίστικο Παρίσι, είναι θέμα (και) επιλογής. 

Παναγιώτης Σκευοφύλακας