Νέες συγκρούσεις ξέσπασαν μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας στο κέντρο της πόλης Σίντι Μπουζίντ, της γενέτειρας του επαναστατικού κινήματος της Τυνησίας και κατ' επέκταση της «Αραβικής Ανοιξης», αφού εκεί αυτοπυρπολήθηκε ο μικροπωλητής Μοχάμεντ Μπουαζίζι τον Δεκέμβριο του 2010.    Η αστυνομία προχώρησε στη ρίψη δακρυγόνων και πλαστικών σφαιρών ενάντια στους περίπου χίλιους αντικυβερνητικούς διαδηλωτές, όταν οι τελευταίοι έριξαν πέτρες κατά των σωμάτων ασφαλείας που προσπαθούσαν να διαλύσουν την συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Η συγκεκριμένη πορεία είχε ως βασικό αίτημα την παραίτηση της ισλαμικής κυβέρνησης: οι διαδηλωτές προσπάθησαν να εισέλθουν διά της βίας στο τοπικό κυβερνητικό κτίριο, προτού η αστυνομία διαλύσει το πλήθος με χρήση δακρυγόνων και προειδοποιητικών πυροβολισμών.  

Σύμφωνα με τις Αρχές, κατά τη διάρκεια της παρέμβασης των σωμάτων ασφαλείας, ένας άντρας τραυματίστηκε από πλαστική σφαίρα και τέσσερις μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο λόγω των δακρυγόνων. Το Εργατικό Κόμμα καταδίκασε τις τακτικές καταστολής από την πλευρά της αστυνομίας, ενώ επανέλαβε την υποστήριξή του στα αιτήματα του λαού για παραίτηση των εκπροσώπων της κυβέρνησης, στην τοπική διοίκηση, την αστυνομία και την Εισαγγελία.  

Η πορεία απαρτιζόταν από υποστηρικτές κομμάτων της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων και το Δημοκρατικό Κόμμα και το Εργατικό Κόμμα της Τυνησίας, καθώς επίσης από ανεξάρτητους πολίτες. Εκπρόσωπος του Δημοκρατικού κόμματος δήλωσε: «Τα αιτήματα του λαού για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης γίνονται ολοένα και πιο επίμονα, αλλά δυστυχώς η κυβέρνηση δεν βρίσκεται στην εξουσία για να φροντίσει για τις ανάγκες του λαού».  

Το χαμηλό βιοτικό επίπεδο στην περιοχή σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ανεργία των νέων και η συνεχόμενη αποτυχία της κυβέρνησης να βελτιώσει τις κοινωνικές συνθήκες έχουν οδηγήσει σε συγκρούσεις μεταξύ των πολιτών και της αστυνομίας.

Παράλληλα, πολλές ΜΚΟ κατηγορούν το κυβερνών κόμμα Ενάχντα για απόπειρα κατάλυσης της ελευθερίας της έκφρασης, ειδικά μετά τη νομοθετική πρόβλεψη για ποινή φυλάκισης έως δύο έτη για εγκλήματα προσβολής των «ιερών αξιών».