Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γαλλίας απέρριψε την προσφυγή οργανώσεων για τα δικαιώματα των ζώων που είχαν ζητήσει την απαγόρευση των ταυρομαχιών σε περιοχές της χώρας, όπου ακόμα επιτρέπονται. Οι υποστηρικτές των ταυρομαχιών υποστηρίζουν ότι αποτελούν κομμάτι της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, ωστόσο οι οργανώσεις είχαν ζητήσει να χαρακτηριστούν βάναυση συμπεριφορά απέναντι στα ζώα, κάτι που απαγορεύεται βάσει της ποινικής νομοθεσίας στη Γαλλία.

Οι δικαστές εκτίμησαν ότι οι παραδοσιακές ταυρομαχίες που πραγματοποιούνται στη νότια Γαλλία «δεν βλάπτουν τα κατοχυρωμένα συνταγματικά δικαιώματα». Η οργάνωση για τα δικαιώματα των ζώων CRAC ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση εναντίον της δικαστικής απόφασης, την οποία χαρακτήρισε «πολιτικά υποκινούμενη» και απόδειξη ότι «το Συνταγματικό Δικαστήριο κάθε άλλο παρά ανεξάρτητο είναι».

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της IFOP, το 48% των Γάλλων επιθυμούν την απαγόρευση των ταυρομαχιών και το 42% υποστηρίζουν ότι η παράδοση αυτή πρέπει να συνεχίσει.

«Δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμείνουν νόμιμες οι ταυρομαχίες μόνο και μόνο επειδή είναι παράδοση. Και οι κυνομαχίες ήταν παράδοση, τώρα είναι παράνομες και δικαίως», δήλωσε στο FRANCE 24 ο πρόεδρος της CRAC Ζαν-Πιερ Γκαρίγκ. «Η Γαλλία έχει νόμους που ποινικοποιούν τη βάναυση συμπεριφορά απέναντι στα ζώα. Πώς είναι δυνατόν να επιτρέπουμε σε κάποιες πόλεις να δοξάζουν τα βασανιστήρια και τους φόνους ζώων προς τέρψιν μερικών θεατών;», πρόσθεσε.

Από την άλλη πλευρά, η απαγόρευσή των ταυρομαχιών εκτιμάται ότι μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στις τοπικές οικονομίες, καθώς χιλιάδες θεατές επισκέπτονται τις πόλεις όπου πραγματοποιούνται. Η απαγόρευση «θα έπληττε την ελκυστικότητα των φεστιβάλ μας και θα είχε οικονομικές επιπτώσεις σε ξενοδοχεία και εστιατόρια», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων η Ζενεβιέβ Νταριεσέκ, επικεφαλής της ένωσης πόλεων που φιλοξενούν ταυρομαχίες.

Περισσότεροι από 1.000 ταύροι υπολογίζεται ότι θανατώνονται κάθε χρόνο σε ταυρομαχίες στη Γαλλία. Οι ταυρομαχίες ξεκίνησαν από την Ισπανία, αλλά εξαπλώθηκαν στη γειτονική χώρα περίπου πριν από ενάμιση αιώνα και είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στις περιοχές της Νιμ και της Αρλ.