Η Γαλλία και η Γερμανία γιορτάζουν σήμερα σε ένα χιονισμένο Βερολίνο τα 50 χρόνια της ιστορικής μεταπολεμικής συμφιλίωσής τους, προσπαθώντας να ξεχάσουν τις διαφορές τους στην κρίση του ευρώ ή στη σύγκρουση στο Μάλι.
Στις 22 Ιανουαρίου 1963, η υπογραφή της Συνθήκης του Ελιζέ από τον στρατηγό ντε Γκολ και τον καγκελάριο Κόνραντ Αντενάουερ είχε σφραγίσει τη βούληση των δύο «κληρονομικών εχθρών» να γίνουν φίλοι. Ο πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ και η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ, που ήταν τότε αμφότεροι οκτώ ετών, θα γιορτάσουν αυτή την ιστορική επέτειο με μεγαλοπρέπεια, αλλά χωρίς να κάνουν κάποια σημαντική συγκεκριμένη ανακοίνωση.

Τα υπουργικά συμβούλια των κυβερνήσεων της Γαλλίας και της Γερμανίας θα συνεδριάσουν στην καγκελαρία. Ο πρόεδρος και η καγκελάριος θα δώσουν στη συνέχεια κοινή συνέντευξη Τύπου. Σ' ένα εξαιρετικό γεγονός, οι βουλευτές της γερμανικής Μπούντεσταγκ και αυτοί της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης θα συνεδριάσουν για να συζητήσουν επί δύο ώρες στο Ράιχσταγκ. Η ημέρα θα τελειώσει με μια συναυλία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, με ένα γερμανικό κομμάτι του Μπετόβεν και ένα γαλλικό του Καμίγ Σεν-Σανς.

Πουθενά αλλού στον κόσμο δύο κράτη δε διαθέτουν τόσο πυκνές και ποικίλες διμερείς δομές, έστω κι αν παραμένουν πολλές οι βαθιές διαφορές στην πολιτική κουλτούρα των δύο χωρών. Ο Ολάντ, ο οποίος έφθασε το βράδυ της Δευτέρας στο Βερολίνο, επεδίωξε, όπως και η Μέρκελ, να παρουσιάσει την εικόνα ενός ενωμένου ζευγαριού μπορστά στους περίπου 200 νεαρούς Γάλλους και Γερμανούς που είχαν συγκεντρωθεί για μια συζήτηση που αναμεταδόθηκε από το τηλεοπτικό κανάλι Arte.

Ενώ η Γερμανία επικρίνεται μερικές φορές για την πολύ μικρή δέσμευσή της στην κρίση στο Μαλί, η καγκελάριος δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να βοηθήσει περισσότερο τη Γαλλία στη στρατιωτική επιχείρησή της στο Μαλί εναντίον των ένοπλων ισλαμιστών, υποσχόμενη να εκτιμά σε κάθε στάδιο τις δυνατότητες της χώρας της και να "μην εγκαταλείψει" τον εταίρο της.

Ενώ πολλές φωνές στη Γερμανία εκφράζουν ανησυχία για μια οικονομική καθυστέρηση της Γαλλίας σε σχέση με τη γείτονά της, ο Ολάντ συμφώνησε πως η χώρα του έχει «ένα πρόβλημα ανταγωνιστικότητας» και πως έχει «χάσει χρόνο», υπογραμμίζοντας πως πρέπει πλέον «να προλάβει τη Γερμανία».