Εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια, υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες μια ευρεία συναίνεση για την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης μεταρρύθμισης στον τομέα της μετανάστευσης.
Το υποστήριξε ο πρώην πρόεδρος Τζορτζ Μπους, το υποστηρίζει ο σημερινός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, το υποστηρίζουν και επιχειρηματίες σαν τον Μπιλ Γκέιτς. Παρ'όλα αυτά, η μεταρρύθμιση αυτή δεν ξεκίνησε ποτέ. Η Δεξιά δεν θέλει να «ανταμείψει» τους παραβάτες του νόμου με τη χορήγηση υπηκοότητας και η Αριστερά επιμένει ότι το πρόβλημα δεν λύνεται με μεγαλύτερο έλεγχο των συνόρων με το Μεξικό.

Στο μεταξύ, εκατομμύρια έφηβοι μεγαλώνουν στην Αμερική χωρίς να είναι νομικά αναγνωρισμένοι. Δυσκολεύονται να βγάλουν δίπλωμα οδήγησης ή να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο, ενώ πολλές επιχειρήσεις φοβούνται μήπως χάσουν ξαφνικά το εργατικό τους δυναμικό.

Τώρα, ο Ομπάμα λέει ότι θα δοκιμάσει ξανά. «Το ταξίδι μας δεν θα έχει ολοκληρωθεί αν δεν βρούμε έναν καλύτερο τρόπο να υποδεχθούμε τους μετανάστες που βλέπουν την Αμερική ως χώρα της ευκαιρίας, αν δεν εντάξουμε λαμπρούς φοιτητές και μηχανικούς στο εργατικό μας δυναμικό», τόνισε ο αμερικανός πρόεδρος κατά την ομιλία που εκφώνησε ξεκινώντας τη δεύτερη θητεία του.

Όπως επισημαίνουν οι Financial Times, οι αντιδράσεις που θα συναντήσει αναμένεται να είναι σφοδρές. Ηγετικά στελέχη του Ρεπουμπλικανικού κόμματος στην Αριζόνα, την Αλαμπάμα ή την Τζόρτζια - πολιτείες που έχουν ψηφίσει σκληρούς νόμους εναντίον της μετανάστευσης - θα αντιταχθούν σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση.

Κι όμως, πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι η φετινή χρονιά θα αποδειχθεί καθοριστική. Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτα απ'όλα, οι Ρεπουμπλικανοί έχουν συνειδητοποιήσει ότι «κολυμπούν ενάντια στο ρεύμα». Ο αριθμός των ισπανόφωνων αυξάνεται συνεχώς - θα έχει τριπλασιαστεί μέχρι το 2050 - και το κόμμα δεν μπορεί να συνεχίσει να τους αγνοεί.

Ο ρεπουμπλικανός υποψήφιος έλαβε πέρυσι μόλις 27% σε αυτή την κοινότητα, ενώ ο Ομπάμα έλαβε 71%. Αρκετά στελέχη των Ρεπουμπλικανών, όπως ο γερουσιαστής Μάρκο Ρούμπιο, επεξεργάζονται κάποιες εναλλακτικές προτάσεις στα σχέδια του Ομπάμα, αρκετοί άλλοι όμως αντιτίθενται σε οποιαδήποτε πρόταση νομιμοποίησης μέρους των 11 εκατομμυρίων μεταναστών χωρίς χαρτιά που βρίσκονται στη χώρα.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο αριθμός των ανθρώπων που συλλαμβάνονται στα σύνορα με το Μεξικό είναι ο μικρότερος από το 1972: πέρυσι ήταν 340.000, έναντι ενός εκατομμυρίου το 2007. Σε αυτό συνέβαλαν τόσο οι έλεγχοι των συνόρων όσο και η αδύνατη αμερικανική οικονομία.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι εδώ και ένα χρόνο μια «περίεργη συμμαχία» προσπαθεί να φτάσει σε μια συμβιβαστική λύση. Πρωταγωνιστικό ρόλο στη συμμαχία αυτή παίζουν ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τσακ Σάμερ, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ, το Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο και η ομοσπονδία συνδικάτων AFL-CIO. Η πεποίθηση που επικρατεί είναι ότι θα επιτευχθεί μια συναίνεση τόσο στην ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς Βουλή όσο και στην ελεγχόμενη από τους Δημοκρατικούς Γερουσία.

Η τελευταία προσπάθεια για μια τέτοια συναίνεση έγινε το 2006, με πρωτοβουλία του Ρεπουμπλικανού Τζον ΜακΚέιν και του Δημοκρατικού Τεντ Κένεντι. Εκφράστηκαν όμως διαφωνίες κυρίως από το συντηρητικό στρατόπεδο και η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε.

Τώρα, οι προοπτικές φαίνονται καλύτερες. Οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η μετανάστευση αποφέρει οφέλη στις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί σε μια εποχή που η γενιά των baby boomers αποσύρεται και οι πιέσεις στο σύστημα υγείας και σύνταξης μεγαλώνουν.

Όπως επισημαίνει ο Ραούλ Ινοχόσα-Οχέδα, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, το πρόγραμμα που επεξεργάστηκε ο Ρόναλντ Ρίγκαν το 1986 έδειξε ότι μια ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση στον τομέα της μετανάστευσης θα αυξήσει τους μισθούς, θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας, θα αυξήσει την κατανάλωση και θα οδηγήσει σε πρόσθετα εισοδήματα από τη φορολογία. Από τη μεταρρύθμιση αυτή, υπολογίζει, θα προστεθούν την επόμενη δεκαετία τουλάχιστον 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια στο ΑΕΠ. 


Αλλά και οι επιχειρήσεις έχουν ανάγκη από μεγαλύτερη ασφάλεια. «Τα μέλη μου δεν θα ενδιαφέρονταν τόσο πολύ γι'αυτή τη μεταρρύθμιση αν δεν είχε ζωτική σημασία γι'αυτούς», επισημαίνει ο Ράντελ Τζόνσον, αντιπρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου για την εργασία, τη μετανάστευση και την απασχόληση. Το σημερινό σύστημα επιτρέπει στους εργοδότες να προσλαμβάνουν «φιλοξενούμενους εργάτες» για προσωρινή ή εποχιακή εργασία ή εργαζόμενους με υψηλή ειδίκευση για «απασχόληση ειδικού τύπου». Η χορήγηση βίζας, όμως, ελέγχεται από το Κονγκρέσο και οι εργοδότες παραπονούνται ότι οι αριθμοί δεν συμβαδίζουν με την πραγματικότητα.