Τις μεγαλύτερες προοπτικές στον κλάδο των ακινήτων στην Ευρώπη παρουσιάζουν οι γερμανικές πόλεις, καθώς οι επενδυτές εξακολουθούν να προτιμούν τις πιο ασφαλείς αγορές, όπως αποκαλύπτει η ετήσια έρευνα που διεξήγαγε η Pricewaterhousecoopers (PwC) και το Urban Land Institute (ULI) με θέμα τις τάσεις στον κλάδο των ακινήτων στην Ευρώπη το 2013 (Emerging Trends in Real Estate Europe 2013).

Σύμφωνα με τις προσδοκίες των συμμετεχόντων στην έρευνα, όσον αφορά στις επιδόσεις της αγοράς ακινήτων το 2013, το Μόναχο καταλαμβάνει την πρώτη θέση σε κατάταξη 27 ευρωπαϊκών πόλεων, ενώ ακολουθούν το Βερολίνο, το Λονδίνο, η Κωνσταντινούπολη και το Αμβούργο.

Οι επενδυτές φαίνεται να αντλούν ασφάλεια από το ισχυρό τοπικό μικροοικονομικό περιβάλλον και την τάση γρήγορης ανάκαμψης που χαρακτηρίζουν την αγορά ακινήτων αυτών των πόλεων. Το Λονδίνο, που θεωρείται από πολλούς ως η ασφαλέστερη ευρωπαϊκή αγορά ακινήτων, σημείωσε τη μεγαλύτερη άνοδο στη φετινή κατάταξη, σκαρφαλώνοντας στην τρίτη θέση. Οι επενδυτές συνεχίζουν να έλκονται από το μέγεθος και τη ρευστότητα της λονδρέζικης αγοράς ακινήτων, τη σταθερότητα της στερλίνας και την ικανότητας της αγοράς να παραμένει ανεπηρέαστη από τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ευρώπη.

Τις υψηλότερες θέσεις στην κατάταξη καταλαμβάνουν πόλεις που αποτελούν τα μεγαλύτερα κέντρα της δυτικής Ευρώπης, οι οποίες επικεντρώνουν το διεθνές ενδιαφέρον και παρουσιάζουν καλύτερες οικονομικές προοπτικές. Αντίθετα, τις χειρότερες επιδόσεις στην κατάταξη σημειώνουν οι πόλεις των χωρών που βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομικής κρίσης ή που αγωνίζονται για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της χρηματοοικονομικής κατάρρευσης του 2008, όπως είναι η Αθήνα, η Λισαβόνα, το Δουβλίνο, η Μαδρίτη και η Βαρκελώνη.

Περίπου το 80% των ερωτηθέντων υποστηρίζουν ότι η κρίση της ευρωζώνης έχει δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις τους. Παρόλα αυτά, η σχετική αυτή αισιοδοξία μετριάζεται από τη γενική αίσθηση ότι δεν προβλέπεται να σημειωθεί ιδιαίτερη βελτίωση συνολικά στην ευρωπαϊκή οικονομία ή στην ευρωπαϊκή αγορά ακινήτων μέσα στο 2013. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα εμφανίζονται πιο απαισιόδοξοι όσον αφορά την αγορά ακινήτων σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές από το 2004 και μετά, και το 45% προβλέπει στασιμότητα στην κεφαλαιουχική αξία των ακινήτων μέχρι το 2017.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η συγκρατημένη αισιοδοξία που επικρατεί οφείλεται στην αναδιάρθρωση που συντελείται στον κλάδο ακινήτων την τελευταία πενταετία, με τις εταιρείες του κλάδου να υιοθετούν νέες στρατηγικές με στόχο την πραγματοποίηση κερδών στις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν τόσο στην οικονομία, γενικά, όσο και στην αγορά ακινήτων, ειδικότερα. Μέσα στο πλαίσιο αυτής της προσαρμογής στη νέα κατάσταση, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τους κινδύνους όπου αυτό είναι εφικτό και τοποθετούν τα κεφάλαιά τους σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και ευκαιρίες, ενώ δεν πραγματοποιούν πια επενδύσεις σε όλη την επικράτεια ή σε συγκεκριμένους τομείς του κλάδου.

Ένας από τους παράγοντες που προκαλούν ανησυχία στον κλάδο είναι η χρηματοδότηση και το εκτιμώμενο χρηματοδοτικό κενό που αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ 410-700 δισ. ευρώ και το οποίο οφείλεται στη αναδιάρθρωση που επιδιώκουν οι τράπεζες στη δομή των δανειακών τους απαιτήσεων με τη μείωση της χρηματοδότησης προς τον κλάδο των ακινήτων. Σύμφωνα με την έρευνα, περίπου το 43% των επιχειρήσεων αντιμετώπισαν μεγαλύτερη δυσκολία να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση το 2012, με το 56% των επιχειρήσεων του κλάδου να προβλέπει ότι το 2013 θα καταστεί ακόμη πιο δύσκολη η αναχρηματοδότηση καθώς και η χρηματοδότηση νέων επενδύσεων.

Η απαισιοδοξία είναι ιδιαίτερα αισθητή στην Πορτογαλία, την Ελλάδα, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία, ενώ μείωση της χρηματοδότησης αναμένεται και στην Ισπανία, την Ιταλία και την Τουρκία. Αντίθετα, πάνω από το 60% των επιχειρήσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο αναμένουν σταθερό ή και βελτιωμένο χρηματοδοτικό περιβάλλον, παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες σε μεμονωμένη βάση παραμένουν επιφυλακτικές στην παροχή δανείων που υπερβαίνουν τα 50 εκατομμύρια στερλίνες.