Η πόλη στη μέση της ερήμου της Νεβάδα είναι παγκοσμίως γνωστή για τα λαμπερά της φώτα, τα εντυπωσιακά κτήρια, τη χλιδή, την έντονη ζωή και τις διαθέσιμες ευκαιρίες, κυρίως για τους λάτρεις του τζόγου.

Κάτω από αυτήν την κοσμοπολίτικη επιφάνεια και μακριά από την εντυπωσιακή εικόνα όμως, στο δίκτυο υπονόμων της πόλης, υπάρχουν αρκετά νοικοκυριά και μια ολόκληρη υπόγεια κοινωνία.
 

Άνθρωποι του περιθωρίου, άστεγοι, εθισμένοι σε ουσίες ή αλκοόλ, εκείνοι που δεν τους δόθηκαν οι ευκαιρίες ή τις σπατάλησαν έχουν φτιάξει τα δικά τους σπίτια και τη δική τους κοινωνία μέσα στο σκοτάδι και είναι αντιμέτωποι με την υγρασία, θανατηφόρους ιούς, βακτήρια και δηλητηριώδεις αράχνες.
 

Ανάμεσα στα δαιδαλώδη δίκτυα αποχέτευσης εκατοντάδες άνθρωποι ζουν και επικοινωνούν με τους δικούς τους κανόνες και οι φωτογραφίες του Ώστιν Χάργκρεηβ που ακολουθούν δείχνουν πραγματικά την εντυπωσιακή προσπάθεια που έχουν καταβάλει, μαζεύοντας κάθε λογής πεταμένα αντικείμενα, για να φτιάξουν πραγματικά νοικοκυριά και μια διαφορετική κοινωνία.
 

Οι υγροί υπόνομοι καλύπτουν έκταση περίπου 300 χιλιομέτρων κρύβοντας αυτήν την υπόγεια κοινότητα ανθρώπων, η οποία απειλείται από πολλούς κινδύνους, όπως οι καταιγίδες, που, όταν ξεσπούν, πλημμυρίζουν τα ούτως ή άλλως υγρά καταφύγια μετατρέποντάς τα σε παγίδες θανάτου. Το νερό, σε περίπτωση πλημμύρας, τρέχει με 50 χλμ. την ώρα και ανεβαίνει κατά μέσο όρο 30 εκατοστά το λεπτό.
 

Οι άνθρωποι των υπονόμων σπανίως βγαίνουν στην επιφάνεια με την «πραγματική τους μορφή», ενώ κατά βάση είναι ζητιάνοι ή ρακοσυλλέκτες. Άλλοι απλώς μεταμφιέζονται και μπαίνουν στα καζίνο ψάχνοντας για μερικά κέρματα που μπορεί να αφήσουν στους κουλοχέρηδες διάφοροι μεθυσμένοι - από την τύχη και το ποτό - πελάτες.