Ο αριθμός των ανέργων στη Γαλλία ωθήθηκε ξανά προς τα πάνω τον Ιανουάριο, μετά την μικρότερη άνοδό του τον Δεκέμβριο, εντείνοντας την πίεση που αντιμετωπίζει ο Σοσιαλιστής πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος έχει καταστήσει προτεραιότητα την μείωση της ανεργίας.

Ο αριθμός των πολιτών που ζητούν εργασία και δικαιούνται επίδομα ανεργίας αυξήθηκε κατά 43.900 (+1,4%) στη μητροπολιτική Γαλλία τον Ιανουάριο, ανακαλώντας στη μνήμη τις ταχείες μηνιαίες αυξήσεις του αριθμού των ανέργων επί 19 διαδοχικούς μήνες, ως το Δεκέμβριο του 2012. Πάντως ένα μέρος της αύξησης του ποσοστού των ανέργων τον Ιανουάριο οφείλεται στην αλλαγή μεθοδολογίας της μέτρησής της.

Αν δεν άλλαζε η μεθοδολογία, οι νέοι άνεργοι του Ιανουαρίου θα ήταν 22.800, πάντως σαφώς περισσότεροι από τους επιπλέον οκτώ χιλιάδες του Δεκεμβρίου. Η εξέλιξη αποτελεί πλήγμα για τον Ολάντ, ο οποίος έχει δεσμευτεί ότι ως τα τέλη του 2013 θα έχει ανακοπεί η αυξητική τάση της ανεργίας.

Ο πρόεδρος Ολάντ, που ήδη υπαναχώρησε τον τελευταίο καιρό σε ό,τι αφορά τις υποσχέσεις του για την ανάπτυξη και την μείωση του ελλείμματος το 2013, αναγνώρισε ότι η βραδύτερη ανάπτυξη σημαίνει ότι ο στόχος που είχε θέσει για την μείωση της ανεργίας -που απασχολεί πολύ τους ψηφοφόρους- είναι δυσκολότερο να επιτευχθεί.

Το σύνολο των 3,17 εκατ. ανέργων στη Γαλλία τον Ιανουάριο είναι το υψηλότερο από τον Ιούλιο του 1997 και κοντά στο ιστορικό αρνητικό ρεκόρ των 3,196 εκατ. ανέργων, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Εργασίας της χώρας που δόθηκαν στην δημοσιότητα σήμερα. Το ποσοστό της ανεργίας, που ήδη υπερβαίνει το 10% του εργατικού δυναμικού της Γαλλίας, θα συνεχίσει, σύμφωνα με αναλυτές, να αυξάνεται έως τις αρχές του 2014.

Τα δεδομένα που παρουσιάζει το υπουργείο Εργασίας αποτελούν τον πιο συχνά ανανεούμενο δείκτη για την απασχόληση στη Γαλλία, αν και δεν προετοιμάζονται βάσει των προτύπων του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας και δεν εκφράζονται ως ένα ποσοστό επί του συνόλου του ενεργού εργατικού δυναμικού.

Η μεθοδολογία του υπουργείου μεταβλήθηκε σε ό,τι αφορά το χρονοδιάγραμμα για τις διαγραφές από τους επίσημους καταλόγους όσων ζητούν εργασίας, κάτι που σήμανε ότι περίπου 21.000 άνθρωποι που θα διαγράφονταν τον Ιανουάριο, θα διαγραφούν τον Φεβρουάριο.