Καθώς η δεύτερη θητεία της γερμανίδας καγκελαρίου οδεύει προς το τέλος της, η ισχυρή αντιπολίτευση στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, θέτει ολοένα μεγαλύτερα εμπόδια στην κυβερνητική πολιτική.
«Δεν μπορούμε να αφήσουμε το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο να οδεύει μόνο του». Πρόκειται για μία δήλωση που σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές φέρεται να έκανε πρόσφατα η γερμανίδα καγκελάριος, με αφορμή τη συζήτηση γύρω από την απαγόρευση ή μη του γερμανικού ακροδεξιού κόμματος NPD. Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat ή Άνω Βουλή, στην οποία εκπροσωπούνται τα 16 γερμανικά κρατίδια) έχει ήδη αποφασίσει από τον περασμένο Δεκέμβριο να προσφύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο με αίτημα την απαγόρευση του NPD.

Ως συνέχεια ή απάντηση στην κίνηση του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου και κατόπιν μιας μακράς περιόδου περίσκεψης, η γερμανίδα καγκελάριος επιλέγει να αντιδράσει τώρα, με την αιτιολογία ότι το ζήτημα είναι τόσο σημαντικό ώστε δεν γίνεται να εναποτίθεται μόνο στη βούληση και αρμοδιότητα του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου. Σε αντίθετη περίπτωση, ενδέχεται να ληφθεί ως δισταγμός από μέρους της κυβέρνησης να λάβει καθοριστικά μέτρα απέναντι στο NPD.

To «αγκάθι» του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου

Καθώς πλησιάζει ο χρόνος για τις ομοσπονδιακές εκλογές, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο αποτελεί πραγματικό «αγκάθι» στην απρόσκοπτη άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής. Όλα ξεκίνησαν όταν το 2010 Χριστιανοδημοκράτες (CDU) και Φιλελεύθεροι (FDP) έχασαν σε περιφερειακές εκλογές σημαντικές έδρες και κατά συνέπεια την πλειοψηφία στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο.

Η δυσαρέσκεια της κυβέρνησης Μέρκελ απέναντι στις απώλειες αυτές είναι εμφανής, μιας και ολοένα πιο συχνά αναγκάζεται να προβεί σε συμβιβαστικές λύσεις με την αντιπολίτευση. Άλλες φορές η κυβέρνηση προσπάθησε να αποφύγει την οδό του συμβιβασμού, εκμεταλλευόμενη ποικίλες νομικές διεξόδους. Εντούτοις από τον Ιανουάριο, μετά την αποτυχία της CDU στις εκλογές της Κάτω Σαξωνίας, οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD), μαζί με τους Πράσινους (Grüne) και την Αριστερά (Die Linke) διαθέτουν την πλειοψηφία στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, με 36 σε σύνολο 69 εδρών, κάτι που η γερμανική κυβέρνηση οφείλει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη κατά την άσκηση των νομοθετικών της αρμοδιοτήτων.

Προεκλογικές πιέσεις και ενδεχόμενες ανατροπές

Είναι γεγονός ότι το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο ενεργεί ως ένα βαθμό αυτόνομα, ανεξάρτητα από κομματικές επιταγές προερχόμενες από την κεντρική πολιτική σκηνή, εκπροσωπώντας τα συμφέροντα των κρατιδίων. Ωστόσο και στο παρελθόν, ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους, έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Λίγο πριν τις εκλογές του 1998 επί παραδείγματι, ο τότε επικεφαλής του SPD Όσκαρ Λαφοντέν συντόνισε μία αντίστοιχη αντιπολιτευτική γραμμή πίεσης στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, η οποία συνέβαλε στην μετέπειτα ήττα του καγκελαρίου Χέλμουτ Κολ (CDU) και την ανάδειξη στην καγκελαρία του Γκέρχαρντ Σρέντερ (SPD).

O ρόλος του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου δεν περιορίζεται μόνο στη δυνατότητα νομοθετικής ανατροπής των κυβερνητικών σχεδίων. Σύμφωνα με το γερμανικό Σύνταγμα διαθέτει επίσης το δικαίωμα νομοθετικής πρότασης, κάτι στο οποίο αναμένεται να προβεί πιο εντατικά τους επόμενους μήνες.

Οι νομοθετικές αυτές προτάσεις αφορούν π.χ. την ίση φορολογική μεταχείριση των ομοφυλόφιλων ζευγαριών, τον κατώτατο μισθό καθώς και το ζήτημα της διπλής ιθαγένειας των παιδιών που έχουν γεννηθεί στη Γερμανία από αλλοδαπούς γονείς. Μολαταύτα, η δρομολόγηση αντίστοιχων νομοθετικών διαδικασιών δεν συνεπάγεται και την επιτυχία τους, μιας και η Ομοσπονδιακή Βουλή (Bundestag) στην οποία ο κυβερνητικός συνασπισμός παραμένει ισχυρός, μπορεί να μπλοκάρει τις νομοθετικές προτάσεις του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου. Σε κάθε περίπτωση η εντατικοποίηση των νομοθετικών κινήσεων από τα γερμανικά κρατίδια, έχει και συμβολική αξία, αφού προοιωνίζει ενδεχομένως τι μέλλει γενέσθαι σε περίπτωση που αλλάξει μετεκλογικά το πολιτικό τοπίο.

Πηγή: Deutsche Welle