Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψε την προσφυγή της Πολωνίας κατά της απόφασης της Επιτροπής για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων, τονίζοντας ότι συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης και δεν μεταχειρίζεται δυσμενώς τις βιομηχανίες που χρησιμοποιούν άνθρακα.    Σημειώνεται ότι προκειμένου να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ο νομοθέτης της Ένωσης εξέδωσε το 2003 μια οδηγία σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου στην Ένωση. Δυνάμει της οδηγίας αυτής, η Επιτροπή όφειλε να λάβει τα μέτρα εφαρμογής για την εναρμονισμένη δωρεάν κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπής.   

Έτσι, η Επιτροπή εξέδωσε το 2011 μια απόφαση η οποία εφαρμόζεται, κατ’ ουσία, στη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στις σταθερές εγκαταστάσεις που ορίζει η οδηγία κατά τις περιόδους εμπορίας από το 2013 και εφεξής. Η Επιτροπή καθόρισε τους δείκτες αναφοράς κάθε κλάδου και επιμέρους κλάδου βάσει της μέσης επιδόσεως των αποδοτικότερων εγκαταστάσεών τους κατά τα έτη 2007 και 2008. Βάσει των εν λόγω δεικτών αναφοράς υπολογίζεται, από το 2013 και εφεξής, ο αριθμός των δικαιωμάτων εκπομπής που μπορούν να κατανεμηθούν δωρεάν σε κάθε ενδιαφερόμενη εγκατάσταση.   

Η Πολωνία άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτιμώντας ότι η απόφαση της Επιτροπής παραβαίνει τόσο τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) όσο και την οδηγία.  
Σύμφωνα όμως με την απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, πρώτον, ότι η απόφαση συνιστά μέτρο εκτελέσεως της οδηγίας, η οποία εκδόθηκε βάσει των διατάξεων της ΣΛΕΕ που αφορούν την περιβαλλοντική πολιτική. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή της Πολωνίας στο μέτρο που το εν λόγω κράτος μέλος αμφισβητεί τη νομιμότητα της αποφάσεως σε σχέση με τους κανόνες της ΣΛΕΕ που αφορούν την ενεργειακή πολιτική.   
Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, δεύτερον, ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όταν αποφάσισε να μεταχειριστεί καθ’ όμοιο τρόπο εγκαταστάσεις ευρισκόμενες σε διαφορετική θέση λόγω της χρησιμοποιήσεως διαφορετικών καυσίμων, κατά τον καθορισμό των δεικτών αναφοράς για τον υπολογισμό του αριθμού των κατανεμητέων δικαιωμάτων εκπομπής.   

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η διάκριση των δεικτών αναφοράς προϊόντος βάσει του χρησιμοποιούμενου καυσίμου δεν θα είχε ως συνέπεια την παροχή κινήτρων στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν καύσιμα που εκπέμπουν μεγάλες ποσότητες CO2, να αναζητήσουν λύσεις παρέχουσες τη δυνατότητα μειώσεως των εκπομπών τους.   

Επιπροσθέτως, μια τέτοια διάκριση θα ενείχε τον κίνδυνο αυξήσεως των εκπομπών, διότι οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις, που χρησιμοποιούν καύσιμα τα οποία εκπέμπουν μικρές ποσότητες CO2, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στην αντικατάσταση του καυσίμου αυτού με άλλο που εκπέμπει μεγαλύτερες ποσότητες CO2.   
Ομοίως, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι σκοπός της επιλογής του φυσικού αερίου, ως καυσίμου που εκπέμπει μικρές ποσότητες CO2, για τον καθορισμό των δεικτών αναφοράς θερμότητας και καυσίμου είναι η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.   
Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, τρίτον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λαμβάνει, δεόντως, υπόψη τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες των μέτρων που αποσκοπούν στη μείωση των εκπομπών CO2. Αφενός, οι εφαρμοστέοι κανόνες λειτουργίας θεσπίζονται προοδευτικώς από το έτος 2013 και εφεξής. Οι εγκαταστάσεις που εκπέμπουν μεγάλες ποσότητες CO2, όπως αυτές που χρησιμοποιούν τον άνθρακα στην Πολωνία, και χρειάζονται μεγάλο αριθμό δικαιωμάτων για την παραγωγή τους, θα λάβουν, συνεπώς, καταρχάς μεγαλύτερη ποσότητα δωρεάν κατανεμομένων δικαιωμάτων για την κάλυψη των αναγκών τους.   

Αφετέρου, ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε μηχανισμούς στηρίξεως των προσπαθειών των κρατών μελών με σχετικά χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα και σχετικά σημαντικές προοπτικές αναπτύξεως, για τη μείωση της εντάσεως του άνθρακα στην οικονομία τους έως το 2020.   

Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, τέλος, ότι το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής θα στηρίζεται, από το 2013 και εφεξής, στην αρχή της διενέργειας πλειστηριασμών. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα μπορούν να θέτουν σε πλειστηριασμό όλα τα δικαιώματα που δεν κατανέμονται δωρεάν, προκειμένου οι εγκαταστάσεις να μπορούν να αγοράσουν τα υπολειπόμενα δικαιώματα. 
 
Περαιτέρω, το σύστημα αυτό θα είναι σύμφωνο με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», στο μέτρο που οι εγκαταστάσεις, οι οποίες εκπέμπουν τις μεγαλύτερες ποσότητες CO2, θα είναι υποχρεωμένες να καταβάλουν το τίμημα των δικαιωμάτων που αγοράζουν σε πλειστηριασμό ή να μειώσουν τις εκπομπές τους.   

Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει το επιχείρημα της Πολωνίας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της ανταγωνιστικότηταςτων επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στα κράτη μέλη των οποίων η παραγωγή στηρίζεται κυρίως στη χρησιμοποίηση του άνθρακα ως καυσίμου.   

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η οδηγία, λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορετική κατάσταση των διαφόρων περιοχών της Ένωσης, αφήνει στα κράτη μέλη ένα περιθώριο χειρισμών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να λαμβάνουν οικονομικά μέτρα υπέρ των κλάδων και επιμέρους κλάδων που εκτίθενται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα λόγω του κόστους των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου καθώς και να προβλέπουν τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων στις εγκαταστάσεις των εν λόγω κλάδων και επιμέρους κλάδων.   

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει στο σύνολό της την προσφυγή που άσκησε η Πολωνία κατά της Επιτροπής.