Σχεδόν τα δύο τρίτα των κατοίκων στην περιοχής Ασίας-Ειρηνικού δεν έχουν πρόσβαση σε νερό μέσα στην κατοικία τους, παρά την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη που εμφανίζει αυτή η πλευρά του πλανήτη, υπογραμμίζει η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης (BAsD) στην έκθεσή της που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα. Η κακή διαχείριση και η έλλειψη επενδύσεων στις υποδομές ύδρευσης είναι οι βασικές αιτίες για την κατάσταση αυτή, εκτιμάται στην έκθεση.

"Λείπει στην Ασία η καλή διαχείριση στον τομέα του νερού", δήλωσε στον Τύπο ο Ράνες Βαϊντίγια, ειδικός στον τομέα των υδάτινων πόρων, ο οποίος συνέβαλε στη σύνταξη της έκθεσης. "Υπάρχει αναμφίβολα μια σχέση μεταξύ της καλής διαχείρισης και της καλής ποιότητας του νερού".

Από το 1990 έως το 2010, 900 εκατομμύρια άνθρωποι στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού απέκτησαν πρόσβαση σε καθαρό νερό, το οποίο διοχετεύεται από δίκτυα υδροδότησης, σύμφωνα με τη μελέτη, που χαιρετίζει την πρόοδο αυτή.
Ωστόσο το 65% του πληθυσμού ζει ακόμη χωρίς νερό.

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στις χώρες του Ειρηνικού και της νότιας Ασίας, όπου αντίστοιχα μόλις το 21% και το 23% του πληθυσμού έχει πρόσβαση στο νερό στην κατοικία του.

"Η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού έχει οικονομική δύναμη αλλά είναι ανησυχητική η διαπίστωση πως καμιά αναπτυσσόμενη χώρα στην περιοχή δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής στο θέμα της παροχής νερού", προσθέτει ο αντιπρόεδρος του ασιατικού χρηματοπιστωτικού οργανισμού Μπιντού Λοχάνι, αρμόδιος για την αειφόρο ανάπτυξη.

Το ποσοστό του πληθυσμού στην περιοχή που έχει πρόσβαση σε υδροδοτούμενες τουαλέτες αυξήθηκε από 38% το 1990 σε 58% το 2010, σύμφωνα με τη μελέτη. Αυτό συνεπώς αφήνει 1,74 δισεκατομμύριο ανθρώπους χωρίς τουαλέτες στην κατοικία τους, εκ των οποίων οι μισοί εξαναγκάζονται να ικανοποιούν τις ανάγκες τους στην ύπαιθρο.
Η πλειοψηφία των ανθρώπων αυτών βρίσκονται στη νότια Ασία.

Αντίθετα, η νοτιοανατολική Ασία και η ανατολική Ασία αναφέρονται ως "επιτυχείς περιοχές" όπου το 64% του πληθυσμού έχει εύκολη πρόσβαση στις τουαλέτες.

Η έκθεση, που συντάχθηκε από τη BAsD και ερευνητικά ινστιτούτα, εκτιμά σε 59 δισεκατομμύρια δολάρια (45,3 δισεκατομμύρια ευρώ) το ποσό που απαιτείται για τον εκσυγχρονισμό των δικτύων υδροδότησης και σε 71 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον το ποσό για τη βελτίωση των εγκαταστάσεων υγιεινής.