Ο ΟΗΕ αναφέρει σε έκθεσή του που δημοσιεύθηκε σήμερα ότι η αυξημένη τιμή του οπίου δεν προκάλεσε αύξηση στην καλλιέργεια οπιοπαπαρούνας στις επαρχίες του νότιου Αφγανιστάν.

Αναφέρει επίσης ότι η καλλιέργεια οπιοπαπαρούνας "συνδέεται άμεσα με την ανασφάλεια και την έλλειψη βοήθειας στην ανάπτυξη της γεωργίας".

Η έκθεση του ΟΗΕ με τίτλο "Αφγανιστάν: Έρευνα για το Οπιο 2011" αναφέρει εξάλλου ότι η αυξημένη τιμή του οπίου δεν προκάλεσε αύξηση στην παραγωγή του στις επαρχίες Χελμάντ και Κανταχάρ, τις αφγανικές επαρχίες με τη μεγαλύτερη παραγωγή οπιοπαπαρούνας.

Η έκθεση, που συντάχθηκε από το γραφείο του ΟΗΕ για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα και το αφγανικό Υπουργείο Καταπολέμησης των Ναρκωτικών, προβλέπει επίσης μείωση στην παραγωγή οπίου σε αυτές τις δυο επαρχίες το 2011.

Όπως αναφέρεται, οι λόγοι γι' αυτή τη μείωση είναι το ξηρό κλίμα που δεν ευνοεί την καλλιέργεια, η αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό, ο αυξημένος κυβερνητικός έλεγχος και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις που πραγματοποίησαν τα αφγανικά και διεθνή στρατεύματα την περίοδο που φυτεύεται η οπιοπαπαρούνα γεγονός που "ίσως να αποθάρρυνε" τους γεωργούς.

Σε άλλες επαρχίες του Αφγανιστάν, κυρίως στις δυτικές, τις ανατολικές και τις κεντρικές επαρχίες, παρατηρείται αύξηση στην παραγωγή.

"Τα χωριά με χαμηλά επίπεδα ασφαλείας και τα οποία δεν έχουν λάβει βοηθεια για την ανάπτυξη της γεωργίας τον προηγούμενο χρόνο έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να καλλιεργήσουν οπιοπαπαρούνα το 2011, σε σχέση με τα χωριά με καλή ασφάλεια και με αυτά που έχουν λάβει βοήθεια", επισημαίνεται στην έκθεση.

Νωρίτερα αυτό το μήνα η υπηρεσία καταπολέμησης των ναρκωτικών του ΟΗΕ είχε αναφέρει ότι οι αυξημένες τιμές του οπίου μπορεί οδηγήσουν σε αύξησης της παραγωγής οπίου στο Αφγανιστάν για πρώτη φορά τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Η τιμή του οπίου αυξήθηκε κατά 164% το 2010, καθώς η συνολική σοδειά οπιοπαπαρούνας μειώθηκε στο μισό εξαιτίας των κακών καιρικών συνθηκών και μίας ασθένειας που έπληξε την καλλιέργεια.

Το Αφγανιστάν είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγή οπιοπαπαρούνας στον κόσμο, με μερίδο 77%. Τουλάχιστον 1,7 εκατομμύριο αγρότες ασχολούνται άμεση με τις φάρμες οπιοπαπαρούνας, σύμφωνα πάντα με τον ΟΗΕ.