Άρση των περιοριστικών νόμων που εμποδίζουν την οικογενειακή επανένωση των μεταναστών στην Ευρώπη ζητά ο Επίτροπος για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Τόμας Χάμαρμπεργκ.

Περιοριστικούς και επιλεκτικούς χαρακτηρίζει, με σημερινό του σημείωμα, ο Επίτροπος για τ' ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Τόμας Χάμαρμπεργκ, τους νόμους και τις προϋποθέσεις που θέτουν οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών προκειμένου οι μετανάστες που ζουν και εργάζονται νόμιμα στο έδαφος τους να φέρουν και τα μέλη των οικογενειών τους.

Οι προϋποθέσεις, που θέτουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, για την οικογενειακή επανένωση μεταναστών, δημιουργούν ανυπέρβλητα εμπόδια, μη επιτρέποντας, στην ουσία, στους μετανάστες να ζουν με τις οικογένειες και τους συγγενείς τους, τονίζει ο Επίτροπος.

Ο κ. Χάμαρμπεργκ διευκρινίζει ότι, σ' αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, ζητείται, ως προϋπόθεση, να πιστοποιήσει ο μετανάστης ότι έχει ένα ασφαλές εισόδημα και ότι μπορεί να εξασφαλίσει στέγη στα μέλη της οικογένειας του ενώ, σ' άλλες, το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης αναγνωρίζεται μόνο στο στενό κύκλο των μελών της οικογένειας των μεταναστών και όχι σε συγγενείς ή εξαρτώμενα άτομα.

Αναφερόμενος στην Ολλανδία, ο Επίτροπος, σημειώνει ότι, οι μετανάστες που επιθυμούν να φέρουν και τα μέλη των οικογενειών τους σ' αυτή τη χώρα, θα πρέπει να περάσουν μία δοκιμασία, για το κατά πόσον οι οικογένειες τους, ξέρουν πολύ κατά την Ολλανδική γλώσσα.

Ο Επίτροπος αποκαλύπτει ότι η νέα Ολλανδική κυβέρνηση προωθεί ήδη νομοθεσία για την εφαρμογή περισσότερο αυστηρών προϋποθέσεων οικογενειακής επανένωσης ενώ, ταυτόχρονα, επιχειρεί, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την αναθεώρηση, επί το αυστηρότερο, της Κοινοτικής νομοθεσίας για την οικογενειακή επανένωση των μεταναστών.

Ο Επίτροπος καταλήγει υπογραμμίζοντας ότι η τάση που παρατηρείται σήμερα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες να θέτουν ανυπέρβλητα εμπόδια στην επανένωση των μεταναστών με τις οικογένειες τους δημιουργεί πολλά ψυχολογικά προβλήματα σε αυτούς και ιδίως στα παιδιά τους και εν τέλει, αντιβαίνει τις διατάξεις της Σύμβασης Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το νομικό καθεστώς των διακινούμενων εργαζομένων και της Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού.