H eκτεταμένη ξηρασία στο δάσος της βροχής του Αμαζονίου, είχε ως αποτέλεσμα να παράξει ο «πνεύμονας του πλανήτη» περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα από ό,τι απορρόφησε και αυτό οδηγεί, πιθανόν, σε επιτάχυνση της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Σε αυτή τη δυσοίωνη αρχική εκτίμηση κατέληξαν επιστήμονες από τη Βρετανία και τη Βραζιλία. Το δάσος του Αμαζονίου, που κάθε χρόνο απορροφά περίπου 1,5 δισεκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα, αναμένεται, τόσο το 2010, όσο και το 2011, όχι μόνον να μην απορροφήσει την ετήσια ποσότητα, αλλά να απελευθερώσει στην ατμόσφαιρα μέσα στα επόμενα χρόνια επιπλέον 5 δισεκατομμύρια τόνους, μόλις σαπίσουν τα δέντρα τα οποία «πέθαναν» κατά την περσινή ξηρασία. Μία ξηρασία που ήταν μεγαλύτερη από την ξηρασία του 2005 και είχε χαρακτηριστεί «γεγονός που συμβαίνει μια φορά στα 100 χρόνια».

Η σύγκριση των αριθμών είναι εύγλωττη: Οι εκπομπές από τη χρήση ορυκτών καυσίμων στις ΗΠΑ ανήλθαν το 2009 σε 5,4 δισεκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα ενώ, την ίδια χρονιά, οι εκπομπές από τον μεγαλύτερο ρυπαντή του πλανήτη, την Κίνα, άγγιξαν τα 7,7 δισεκατομμύρια τόνους.

Μία σπάνια ξηρασία έπληξε την περιοχή του Αμαζονίου το 2005, που σκότωσε δέντρα μέσα στο δάσος της βροχής. Το δάσος έπαψε να απορροφά διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα και καθώς τα «πεθαμένα» δέντρα σάπιζαν στο έδαφος απελευθέρωναν με τη σειρά τους διοξείδιο του άνθρακα.

Η ξηρασία του 2010 ήταν μεγαλύτερη και ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Σάιμον Λιούις του πανεπιστημίου του Λιντς στη Βρετανία επισημαίνει ότι «το να έχεις δύο γεγονότα τέτοιου μεγέθους να διαδέχονται τόσο σύντομα το ένα το άλλο, είναι σπάνιο. Δυστυχώς, όμως, συμφωνεί με εκείνα τα μοντέλα κλιματικών προγνώσεων που "προβλέπουν" ζοφερό μέλλον για την Αμαζονία».

Δύο ασυνήθιστες και ακραίες ξηρασίες μέσα σε μία δεκαετία ενδέχεται να αντισταθμίσουν στο μεγαλύτερο ποσοστό το διοξείδιο του άνθρακα που απορροφάται στο ίδιο διάστημα από τα υγιή δάση του Αμαζονίου. Ο φόβος των επιστημόνων που συνεργάστηκαν στην έρευνα είναι ότι αν παρόμοια γεγονότα επαναληφθούν πιο συχνά τότε το δάσος του Αμαζονίου ενδέχεται να φθάσει στο σημείο που θα μετατραπεί, από έναν πολύτιμο ταμιευτήρα σήμερα και ο οποίος επιβραδύνει την αλλαγή του κλίματος, σε μία μείζονα πηγή εκπομπών, που θα την επιταχύνει.

«Για να το πούμε χωρίς περιστροφές, οι σημερινοί δρόμοι που ακολουθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ριψοκινδυνεύουν να παίξουν "ρωσική ρουλέτα" με το μεγαλύτερο δάσος της βροχής στον πλανήτη», προειδοποιεί ο Σάιμον Λιούις.

Ο Πάουλο Μπράντο, από το Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Έρευνας για τον Αμαζόνιο (IPAM), λέει ότι «τα αποτελέσματα της έρευνάς μας πρέπει να αντιμετωπιστούν ως αρχική εκτίμηση. Δεν ξέρουμε πόσα ακριβώς δέντρα "σκοτώθηκαν" μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι μετρήσεις του δάσους στο έδαφος». Οι επιστήμονες από τα βρετανικά πανεπιστήμια του Λιντς και του Σέφιλντ στη Βρετανία και από το IPAM στη Βραζιλία ανέλυσαν στοιχεία από δορυφόρο για τις βροχοπτώσεις σε έκταση περίπου 2 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων στο δάσος της βροχής στον Αμαζόνιο κατά την περίοδο της περυσινής ξηρασίας.

Φυσιολογικά, ο κύκλος ξηρασιών που πλήττουν τον Αμαζόνιο επηρεάζει τις βόρειες περιοχές και συσχετίζεται με το φαινόμενο «Ελ Νίνιο» στον Ειρηνικό. Τόσο, όμως, η ξηρασία του 2005 όσο και η περσινή έπληξαν αρκετά πιο νότιες περιοχές και ενδέχεται να συνδέονται με υψηλότερες θερμοκρασίες της επιφάνειας του Ατλαντικού στην τροπική ζώνη.

Οι επιστήμονες, που συνεργάστηκαν στη μελέτη - δημοσιεύεται με τίτλο «Η ξηρασία του 2010 στον Αμαζόνιο» στο σημερινό τεύχος της επιθεώρησης Science - υπογραμμίζουν ότι η εξήγηση αυτή είναι, προς το παρόν, μία υπόθεση που αναμένει εξέταση από συναδέλφους των, στο υψηλότερο δυνατό επιστημονικό επίπεδο.

Ωστόσο, ο Πίτερ Κοξ του πανεπιστημίου του Έξετερ, που ανέλυσε την ξηρασία του 2005, είναι απόλυτος: «Οι ξηρασίες στην Αμαζονία το 2005 και 2010 σχετίζονται και οι δύο με ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες του Ατλαντικού στην τροπική ζώνη. Αυτό έχει την τάση να ωθεί τις πιο έντονες βροχοπτώσεις σε πιο βόρειες περιοχές και να καθυστερεί την περίοδο των βροχοπτώσεων στην Αμαζονία».