Η αιγυπτιακή εξουσία προσπαθεί να βγει από την κρίση με έναν "εθνικό διάλογο" με την αντιπολίτευση, συμπεριλαμβανομένων των ισλαμιστών, αλλά η πίεση του δρόμου, οι διαιρέσεις και οι υπολογισμοί των διαφόρων εταίρων καθιστούν αυτή τη διαδικασία πολύ αβέβαιη.

Δύο εβδομάδες διαδηλώσεων ήταν αρκετές για να κλονίσουν ένα καθεστώς που δημιουργήθηκε από τον πρόεδρο Χόσνι Μουμπάρακ στο δόγμα της πολιτικής ακινησίας, αναγκάζοντάς τον να αναζητήσει μια νέα ισορροπία.

Ο "εθνικός διάλογος" που άρχισε την Κυριακή υπό την αιγίδα του αντιπροέδρου Ομαρ Σουλεϊμάν περιλαμβάνει αρκετά μικρά κόμματα της λαϊκής αντιπολίτευσης χωρίς όμως μεγάλο πολιτικό βάρος.

Η μεγάλη καινοτομία συνίσταται στην παρουσία του ισχυρού κινήματος των Αδελφών Μουσουλμάνων, εκτός νόμου που μέχρι σήμερα γινόταν οριακά ανεκτό, και το οποίο βρίσκει μια μοναδική πολιτική αναγνώριση από την κυβέρνηση.

Σύμφωνα με την κυβέρνηση, ο διάλογος αυτός επέτρεψε να συμφωνήσουν σε μια «ειρηνική μετάβαση της εξουσίας με βάση το σύνταγμα.»

Η προοπτική αυτή συνοδεύεται από πολλές δεσμεύσεις σε θέματα ελευθερίας της έκφρασης, προετοιμασίας τροποποιήσεων του Συντάγματος, και αποδοχής των προσφυγών των πολιτικών κρατουμένων.

Όμως οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι αποστασιοποιήθηκαν κρίνοντας το αποτέλεσμα αυτό «ανεπαρκές», και τις προτάσεις της κυβέρνησης "επιφανειακές".

Αρκετοί παράγοντες που συμμετέχουν στο κίνημα διαμαρτυρίας, ανάμεσα τους οι ομάδες των νέων ανθρώπων που είχαν καταλάβει την πλατεία Ταχρίρ, το επίκεντρο των διαδηλώσεων στο Κάιρο, απέρριψαν την προσφορά διαλόγου πριν από την αποχώρηση του κ. Μουμπάρακ.

Ο αντιφρονών Μοχάμεντ Ελ Μπαραντέι διαβεβαίωσε από την πλευρά του ότι δεν προσκλήθηκε στον διάλογο, χαρακτηρίζοντας τις συζητήσεις "αδιαφανείς".

"Κανείς δεν ξέρει ποιος μιλάει με ποιον προς το παρόν. Τη διαδικασία χειρίζονται ο αντιπρόεδρος Σουλεϊμάν και ο στρατός, και αυτό είναι το πρόβλημα", πρόσθεσε, εκτιμώντας αναγκαία τη συμμετοχή των πολιτών και τη δημιουργία ενός "προεδρικού Συμβουλίου" μετάβασης από τρία άτομα, συμπεριλαμβανομένου ενός στρατιωτικού.

Τα κόμματα Wafd (Φιλελεύθερο) και Tagammu (αριστερό) και περίπου τριάντα προσωπικότητες, συμπεριλαμβανομένου του επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (κρατικό), πρώην πρεσβευτές, δικαστές και επιχειρηματίες, συμμετέχουν στις συνομιλίες. Όμως, σύμφωνα με τους αναλυτές, πολλοί από τους συμμετέχοντες δεν έχουν λαϊκή νομιμοποίηση.

"Οι άνθρωποι αυτοί που συμμετέχουν στο διάλογο, με την εξαίρεση των Αδελφών Μουσουλμάνων, ήταν στο περιθώριο της εξέγερσης", δήλωσε η Ραμπάμπ αλ-Μάχντι, καθηγήτρια πολιτικών επιστημών στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου. "Αυτό που έκαναν οι διαπραγματεύσεις είναι να φέρουν στην επιφάνεια ασήμαντους παράγοντες".

Το καθεστώς προσπαθεί να δείξει ότι θέλει να διαπραγματευτεί, αλλά «ενεργεί σαν κάποιον που πνίγεται και πιάνεται από ένα άχυρο», προσθέτει. Και η συμμετοχή στο διάλογο είναι επικίνδυνη για τους ηγέτες της αντιπολίτευσης.

"Αν συνεχίσουν σε αυτό τον δρόμο, θα απορριφθούν από τους υποστηρικτές τους", δήλωσε ο Ισαντρ αλ-Αμράνι, ανεξάρτητος πολιτικός αναλυτής στο Κάιρο, εκτιμώντας ότι το καθεστώς χρησιμοποιεί την πολιτική του "διαίρει και βασίλευε, όπως το έκανε και κατά το παρελθόν".

Αλλά οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι θα μπορούσαν να καρπωθούν οφέλη από τον διάλογο εξασφαλίζοντας τη νομική αναγνώριση που επιζητούν εδώ και χρόνια.

"Προσωπικά, απορρίπτω την ιδέα αυτού του εθνικού διαλόγου», δηλώνει ο Σαλάχ Μοχάμεντ, μέλος της αδελφότητας. «Αλλά καταλαβαίνω την ανάγκη για αναγνώριση κάποιων από τους ηγέτες".

Η εξαγγελία του διαλόγου αυτού δεν είχε καμία επίδραση στην μαχητικούς αντιπάλους του Μουμπάρακ.

"Υπάρχει ένα κύμα οργής στους δρόμους που ζητεί την παραίτηση του Μουμπάρακ και δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οι άνθρωποι σε αυτό το τραπέζι μιλούν στο κενό", δήλωσε ο Αμπντέλ Χαλίμ Καντίλ, του κινήματος της αντιπολίτευσης Kefaya.