Περίπου 30 δισ. ευρώ αναμένεται να κοστίσουν οι δεσμεύσεις της Καγκελαρίου Άνγκελας Μέρκελ ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου στη Γερμανία.

Την ώρα που η «σιδηρά» κυρία της ευρωζώνης ζητά μετ' επιτάσεως στις χώρες του Νότου εξοντοτική λιτότητα, υπόσχεται στους συμπολίτες φοροαπαλλαγές για τα παιδιά, αύξηση των επιδομάτων και των συντάξεων για τις μητέρες, περιορισμούς στα ενοίκια,έργα οδοποιίας και άλλα… οραία.

Το κόστος των προεκλογικών υποσχέσεων της Μέρκελ σύμφωνα με την καθημερινή οικονομική εφημερίδα Der Handelsblatt, ξεπερνάει τα 28 δισ. ευρώ, δίνοντας αφορμή για δριμεία κριτική από τα κόμματα αλλά και από τον Τύπο.

Στα… κάγκελα εχθροί και φίλοι

«Πρόκειται για εκλογική απάτη μετά ανακοινώσεως», δήλωσε η Γενική Γραμματέας των Σοσιαλδημοκρατών Άντρεα Νάλες και πρόσθεσε ότι όλα τα μέτρα τα οποία υπόσχεται η καγκελάριος θα μπορούσε να τα είχε ήδη υλοποιήσει.

Έκανε μάλιστα λόγο για «αίνιγμα», αναφερόμενη στο πώς θα υλοποιηθούν αυτές οι «μεγαλόστομες» υποσχέσεις, «όταν οι Χριστιανοδημοκράτες τονίζουν συνέχεια ότι δεν επιθυμούν να αυξήσουν κανέναν φόρο».

Από την πλευρά των Πρασίνων, ο βασικός υποψήφιος των Πρασίνων Γίργκεν Τριτίν κατήγγειλε ότι η κα Μέρκελ «δίνει υποσχέσεις 30 δισεκατομμυρίων ευρώ χωρίς καν να εξηγεί πού θα βρει τα χρήματα» και υποστήριξε ότι προφανώς η Καγκελάριος φοβάται την απώλεια της πλειοψηφίας.

Ακόμη όμως και το FDP, το οποίο έχει αναδείξει την εξυγίανση ως κύρια θέση της για την προεκλογική περίοδο, έλαβε αποστάσεις από την τοποθέτηση της κας Μέρκελ. Μιλώντας στο πρακτορείο ειδήσεων Ρόιτερς, ο αντιπρόεδρος των Φιλελευθέρων Κρίστιαν Λίντνερ τόνισε ότι το κόμμα του «θα προσέξει ώστε οι επιτυχίες στην μείωση του χρέους να μην χαθούν».

Και στο ίδιο όμως το κόμμα της κας Μέρκελ οι εξαγγελίες προκάλεσαν αντιδράσεις: «Δεν μπορούμε να κατακεραυνώνουμε τα σχέδια των Πρασίνων για αύξηση φόρων και ταυτόχρονα να σχεδιάζουμε εμείς οι ίδιοι νέα έξοδα», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του CDU Μίχαελ Φουκς, αλλά ο έτερος αντιπρόεδρος του κόμματος Μίχαελ Μάιστερ υποστήριξε ότι «όπως αποδείχθηκε κατά την διάρκεια αυτής της κυβερνητικής θητείας, μπορούν να συνδυαστούν επιτυχώς μία πολιτική υπέρ της οικογένειας και μια σταθερή δημοσιονομική πολιτική».