Γράφει ο Θέμης Δαγκλής

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήταν Δήμαρχος Κωνσταντινούπολης  από το 1994 ως το 1998. Την περίοδο εκείνη προσπάθησε να επιβάλλει την απαγόρευση πώλησης αλκοόλ σε κτίρια ιδιοκτησίας του Δήμου. Το μέτρο δεν περπάτησε και το απέσυρε στη διάρκεια της θητείας του

Θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι η μερική απαγόρευση πώλησης αλκοόλ που επέβαλλε πρόσφατα,  ή ακόμα και η προκλητική αιτιολόγηση της ότι «οι εντολές της θρησκείας δεν τίθενται σε διαβούλευση» ήταν ο λόγος που έβγαλε δεκάδες χιλιάδες Τούρκους στους δρόμους σε όλη τη χώρα.

Σίγουρα όμως, στην αστική Κωνσταντινούπολη και στην κοσμική, κεμαλική Άγκυρα, η απαγόρευση έπαιξε ένα ρόλο στην διόγκωση της δυσφορίας. Αν κάτι πάντως είναι βέβαιο, ήταν πως η εξέγερση που ζει η γειτονική χώρα τις τελευταίες μέρες δεν έχει τίποτε να κάνει με την οικονομία, η οποία συνεχίζει να αναπτύσσεται. Αυτή τη φορά «δεν είναι η οικονομία ηλίθιε!»      

Μια από τις πιο σύνθετες προσεγγίσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία εικοσιτετράωρα, ο τούρκος δημοσιογράφος Γιαβούζ Μπαϊντάρ, που γράφει στη «Ζαμάν» και διάκειται μάλλον φιλικά προς το καθεστώς, αποδίδει τη συσσώρευση δυσφορίας που οδήγησε στην έκρηξη σε τρεις παράγοντες.

Ο σημαντικότερος από αυτούς ίσως να είναι το κουρδικό ζήτημα: Η «διαδικασία ειρήνευσης» στο κουρδικό ζήτημα, μετά από μια πρωτοβουλία του ίδιου του Ερντογάν και την γνωστή έκκληση του Οτσαλάν για ανακωχή συνεχίζεται για πέμπτο μήνα σε απόλυτη μυστικότητα. Η τουρκική κοινή γνώμη, που δεν γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει βρίσκεται σε σύγχυση.

Η ανησυχία είναι έκδηλη ανάμεσα στους τούρκους, το θέμα προκάλεσε εκδηλώσεις οργής και ταραχές από μικρές ομάδες, που φυσικά δεν έγιναν γνωστές έξω από τα σύνορα της Τουρκίας. Το σημαντικότερο στοιχείο, που επισημαίνει ο Μπαϊντάρ, ήταν ότι η «σιωπηλή πλειοψηφία» στην Τουρκία έχει την αίσθηση ότι έχει αποκλειστεί από την πληροφόρηση για τη διαδικασία.

Ο εμφύλιος στη Συρία δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστη την τουρκική πολιτική κατάσταση. Η υποστήριξη της αντιπολίτευσης από τον Ερντογάν προκάλεσε μεγάλη καχυποψία στους Αλεβίτες, την ισχυρή θρησκευτική μειοψηφία που αποτελεί περίπου το 10% του τουρκικού πληθυσμού. Καθώς οι Αλεβίτες της Συρίας στηρίζουν και στελεχώνουν το καθεστώς Άσαντ, η στήριξη Ερντογάν στη σουνιτική αντιπολίτευση, ερμηνεύτηκε και σαν μια κίνηση εναντίον τους.

Οι ανησυχίες για την πιθανότητα να υπάρξει μια ανοιχτή διάμαχη ανάμεσα στους Αλεβίτες και τους Σουνίτες στην Τουρκία φούντωσαν μετά τις εκρήξεις στο Ρειχάνι, στα τουρκοσυριακά σύνορα. Ο Ερντογάν προχώρησε τότε βιαστικά σε μια κίνηση που ήθελε να κολακεύσει τα συναισθήματα του σουνιτικού συντηρητικού πληθυσμού, που αποτελούν την εκλογική του βάση, την μερική απαγόρευση της πώλησης αλκοόλ. 

Ωστόσο οι αστικοί πληθυσμοί, ακόμα και οι ευσεβείς, θεώρησαν την κίνηση ως μια πατρονιστική εισβολή στην ιδιωτική τους σφαίρα. Οι Κεμαλιστές, την αντιμετώπισαν σαν μια επιβεβαίωση των φόβων τους, ότι ο πραγματικός στόχος του καθεστώτος είναι να εγκαθιδρύσει θρησκευτικό κράτος. Το ζήτημα της απαγόρευσης δεσπόζει στην τουρκική πολιτική τον τελευταίο μήνα.

Την περασμένη εβδομάδα σε μια πομπώδη τελετή εγκαινιάστηκε η Τρίτη γέφυρα της Κωνσταντινούπολης, στην οποία οι κυβερνώντες αποφάσισαν να δώσουν το όνομα του Σελίμ του πρώτου.  Αυτό εξόργισε πολλές κοινωνικές ομάδες για διάφορους λόγους. Τους Αλεβίτες, γιατί πρόκειται ιστορικά για τον σημαντικότερο διώκτη τους.

Τους κεμαλιστές, που δυσφορούν για την αποκατάσταση των Οθωμανών, τους οικολόγους, που υποστηρίζουν ότι η γέφυρα γίνεται χωρίς επαρκή οικολογική μελέτη, τους ίδιους τους κατοίκους της πόλης, που έβλεπαν άλλη μια τσιμεντένια παρέμβαση στο περιβάλλον τους. Αυτή ήταν κατά κάποιο τρόπο η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια είχε ήδη φανεί από τις διαδηλώσεις της Πρωτομαγίας. Το πάρκο Γκεζί έδωσε την τελική αφορμή – ούτως ή άλλως ο τουρκικός πληθυσμός αντιλαμβάνεται, ότι τα έργα, φαραωνικά ή όχι, γεμίζουν τις τσέπες κάποιων στο κυβερνών κόμμα.

Και ο Μπαιντάρ αναγνωρίζει, ότι υπάρχει ο κίνδυνος που ενέχει σε όλη αυτή την εξέλιξη για τον Ερντογάν και το κυβερνών κόμμα θα είναι να ανακάμψει ως υπολογίσιμη εναλλακτική λύση η αντιπολίτευση. Ο Ερντογαν, μετά από τρεις θητείες ως Πρωθυπουργός θέλει να αλλάξει το σύνταγμα για να μεταπηδήσει στην προεδρία, κάτι για το οποίο χρειάζεται ευρεία συναίνεση και αδύναμη αντιπολίτευση. Πιθανόν να μην έχει τίποτε από τα δύο.