Οι δωρεές από πλούσιους Αμερικανούς σε αγαθοεργίες έπεσαν περισσότερο και από το ένα τρίτο στο διάστημα 2007-09, καθώς η δεινότερη οικονομική ύφεση τις τελευταίες δεκαετίες στις ΗΠΑ έχει πιέσει τον τομέα των μη κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων, προκύπτει από έκθεση που δημοσιεύεται σήμερα.

Μολονότι, όλοι σχεδόν οι πλούσιοι Αμερικανοί -ποσοστό άνω του 98%-έκαναν τον περασμένο χρόνο δωρεές σε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, ο μέσος όρος των ποσών αυτών έπεσε στις 54.016 δολάρια το 2009, από 83.034 δολάρια το 2007 και 91.928 δολάρια το 2005, τονίζεται στην έκθεση της τράπεζας Bank of America Merill Lynch.

«Ουσιαστικά παρατηρούμε μία μείωση στην ονομαστική αξία των δολαρίων που δόθηκαν, γεγονός που δεν μας εκπλήσσει δεδομένων των καιρών που ζούμε», τόνισε η διευθύνουσα του εθνικού ιδρύματος της Bank of America Merill Lynch Κλαιρ Κοστέλο.

Πάνω από 800 άνθρωποι με οικογενειακό εισόδημα άνω των 200.000 δολαρίων και/ή καθαρής αξίας τουλάχιστον 1 εκατ. δολαρίων-εκτός της αξίας των κατοικιών τους-συμμετείχαν ως δείγμα στην έρευνα του Κέντρου Φιλανθρωπίας του Παν/μιου της Ινδιάνα. Ο μέσος όρος του πλούτου των ερωτηθέντων ήταν 10.7 εκατ. δολάρια.

Συνολικά οι αγαθοεργίες στις ΗΠΑ έπεσαν κατά 3,9% το 2007 στα 303,7 δισ. δολάρια, τονίζεται σε άλλη έρευνα του Κέντρου Φιλανθρωπίας νωρίτερα εντός του έτους.

Τα δύο τρίτα των εύρωστων οικονομικά οικογενειών συνέχισαν τις ίδιες αγαθοεργίες το 2009 και το 94% αυτών έχουν εμπιστοσύνη πως οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις θα λύσουν τα προβλήματα στον κόσμο, τονίζεται στη Μελέτη High Net World Philanthropy.

Οι τρεις μεγαλύτεροι σκοποί που σπεύδουν να καλύψουν με τις αγαθοεργίες τους οι πλούσιοι Αμερικανοί είναι οι βασικές ανάγκες, η παιδεία και ο τέχνες. Τα τρία σημαντικότερα κίνητρα για τις αγαθοεργίες είναι δε, η επιθυμία να κάνουν τη διαφορά, το αίσθημα της οικονομικής ασφάλειας και η βούληση να ενισχυθεί μία αποτελεσματική ομάδα.

Η μελέτη δείχνει μία αύξουσα τάση των πλούσιων δωρητών να απαιτούν διαφάνεια και αποτελεσματικότητα από αυτές τις οργανώσεις.

Πάνω από το 78% των πλούσιων Αμερικανών έσπευσαν να εργασθούν εθελοντικά το 2009, κατά 4% αυξημένος από το 2007, και ο μέσος όρος της εθελοντικής εργασίας έφθασε τις 307 ώρες.