Στη Γαλλία η γεννητικότητα είναι αρκετά υψηλότερη σε σύγκριση με τη Γερμανία. Ένας βασικός λόγος είναι η διαφορετική πολιτική έναντι της οικογένειας, που όμως κινδυνεύει να πέσει τώρα θύμα των περικοπών.

«Εξαιτίας της χαμηλής γεννητικότητας οι Γερμανοί γίνονται όλο και λιγότεροι ενώ οι Γάλλοι αντίθετα, όλο και περισσότεροι», σημειώνει ο Ντομινίκ Γκριλμάγερ, από το Γαλλογερμανικό Ινστιτούτο. Βάσει στατιστικών στοιχείων, στη Γερμανία αντιστοιχούν 1,4 παιδιά σε κάθε γυναίκα ενώ στη Γαλλία 2,1 παιδιά. Στο άμεσο μέλλον ο πληθυσμός της Γαλλίας θα ξεπεράσει εκείνον της Γερμανίας, εκτιμά ο ειδικός.

Η γαλλική πολιτική έναντι της οικογένειας δεν συμβάλει όμως μόνον στην αύξηση του πληθυσμού, αλλά και στην ισότητα ευκαιριών για τις γυναίκες, καθώς επικεντρώνει στη συμφιλίωση εργασίας και οικογένειας, όπως επισημαίνει η Κριστίνα Σίλντμαν από το ίδρυμα Φρίντριχ-Έμπερτ. Έρευνα του ιδρύματός της κατέδειξε ότι «όσο υψηλότερο είναι σε μια χώρα το ποσοστό των εργαζόμενων γυναικών, τόσο μεγαλύτερη είναι και η γεννητικότητα. Αυτό ισχύει και για τη Σκανδιναβία, όχι μόνον για τη Γαλλία».

Ποικίλες αντιδράσεις προκάλεσε η πρόσφατη ανακοίνωση της γαλλικής κυβέρνησης ότι στο πλαίσιο των περικοπών θα πρέπει να επανεξεταστούν και οι οικογενειακές παροχές. Η πολιτική έναντι της οικογένειας θεωρείται ακρογωνιαίος λίθος του γαλλικού κοινωνικού μοντέλου το οποίο θα πρέπει να διατηρείται άθικτο.

Διαφορετική αντίληψη για τη διαπαιδαγώγηση

Η πολιτική αυτή στηρίζεται σε μια αντίληψη για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών που διαφέρει σημαντικά από εκείνη στη Γερμανία. «Στη Γαλλία ισχύει: όσο νωρίτερα εισέλθει το παιδί στην κοινωνία, τόσο το καλύτερο για τη διάπλαση του χαρακτήρα του», εξηγεί η Άνγκελα Γκρόιλιχ, η οποία διδάσκει οικονομικές και κοινωνικές επιστήμες στο Παρίσι. «Το νεογέννητο θεωρείται τρόπον τινά tabula rasa που θα πρέπει να εμπλουτιστεί: όσο περισσότερες οι έξωθεν επιρροές, τόσο το καλύτερο για το παιδί». Στη Γερμανία αντίθετα κυριαρχεί η αντίληψη ότι «πρέπει να προστατεύεται όσο το δυνατόν περισσότερο από τον κακό έξω κόσμο, προκειμένου να διατηρήσει καθαρή την ψυχή του».

Η βασική αυτή αρχή που θέλει τα παιδιά να εντάσσονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα στη γαλλική κοινωνία, αντικατοπτρίζεται πλήρως στην εκπαιδευτική πολιτική της χώρας. Βρεφονηπιακοί σταθμοί, προσχολικά κέντρα, παιδικοί σταθμοί, ολοήμερα σχολεία, όλα εκείνα που με τόσο κόπο οικοδομούνται σήμερα στη Γερμανία, είναι εδώ και δεκαετίες τελείως αυτονόητα στη Γαλλία. Στην τελευταία, το 40 % των γυναικών με παιδιά προσχολικής ηλικίας εργάζονται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Στη Γερμανία αντίθετα, το ήμισυ των γυναικών με μικρά παιδιά μένουν στο σπίτι ενώ οι υπόλοιπες εργάζονται συνήθως σε καθεστώς μερικούς ή περιορισμένης απασχόλησης.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι όσο υψηλότερα ανεβαίνουν οι Γαλλίδες επαγγελματικά, τόσο περισσότερα παιδιά έχουν. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, στη Γαλλία «είναι αδιανόητο να επικρίνει κανείς μια γυναίκα επειδή αφήνει το παιδί της σε ολοήμερο», παρατηρεί ο Γκριλμάγερ.

Στήριξη των πολύτεκνων

Ακόμη και σήμερα το γαλλικό κράτος παρέχει σημαντική οικονομική στήριξη στις πολύτεκνες οικογένειες. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, δεν προβλέπεται επίδομα τέκνων όταν υπάρχει ένα μόνο παιδί. Με τη γέννηση του δεύτερου όμως οι γαλλικές οικογένειες μπορούν να υποβάλουν τη σχετική αίτηση ενώ με τη γέννηση του τρίτου προβλέπεται ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση. Και το φορολογικό σύστημα επιβραβεύει το τρίτο παιδί, από το δε τέταρτο, οι γαλλικές οικογένειες δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρους.

Στο πλαίσιο των περικοπών όμως που πρέπει να δρομολογήσει η γαλλική κυβέρνηση, όλες αυτές οι παροχές δεν αναμένεται να μείνουν αλώβητες. Μετά την αρχική αναστάτωση που προκάλεσε όμως, η κυβέρνηση διευκρίνισε ότι δεν πρόκειται να θίξει τον πυρήνα της οικογενειακής πολιτικής. Ενδεχομένως να επιβάλει εν τέλει ανώτατα όρια στις φοροελαφρύνσεις που απολαμβάνουν οι πολύτεκνες οικογένειες. «Σε γενικές γραμμές και όσον αφορά την πολιτική έναντι των οικογενειών, αναμένουμε περισσότερες αλλαγές στη Γερμανία, παρά στη Γαλλία», εκτιμά ο Ντομινίκ Γκριλμάγερ.