Η μεγαλύτερη εφημερίδα της Ουγγαρίας, η Nepszabadsag προσέφυγε στο Συνταγματικό Δικαστήριο κατά του αμφιλεγόμενου νόμου περί Τύπου της συντηρητικής κυβέρνησης του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου.

"Η Ενωση Εργαζομένων της Nepszabadsag προσέφυγε στο Συνταγματικό Δικαστήριο κατά του νόμου αυτού εξαιτίας των δυσμενών για τον έντυπο Τύπο ρυθμίσεών του", αναφέρει η εφημερίδα στην ιστοσελίδα της.

Την προσφυγή κατέθεσαν ο διευθυντής της εφημερίδας Κάρολι Vέρες και ο Κάρολι Κέλεν, πρόεδρος της Ενωσης των Εργαζομένων της εφημερίδας.

Η εφημερίδα εκφράζει τη λύπη της για "τον ασαφή ορισμό των 'προϊόντων του Τύπου', για τη δικαιοδοσία και τη σύνθεση της νέας αρχής ελέγχου των ΜΜΕ, η οποία δεν αποτελείται παρά μόνον από μέλη που πρόσκεινται στο κυβερνών κόμμα, το Fidesz αλλά και για τα πρόστιμα που προβλέπει ο νόμος αυτός".

"Ολα αυτά τα προβλήματα είναι ικανά να εμποδίσουν κατά τρόπο υπερβολικό το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας του Τύπου και της ελευθερίας της έκφρασης", αναφέρεται στην ιστοσελίδα της εφημερίδας.

Η εφημερίδα υπογραμμίζει επίσης ότι η η αρχή εποπτείας των ΜΜΕ, έχει, σύμφωνα με το νόμο, το δικαίωμα να επαληθεύσει "οχι μόνο τις παραβάσεις, αλλά επίσης τις ζημίες που προκαλούνται σε βάρος τρίτων".

Σύμφωνα με τη Nepszabadsag, αυτό είναι χωρίς αμφιβολία αντίθετο με ένα κράτος δικαίου γιατί οι αρχές μπορούν έτσι να ξεκινήσουν μια διαδικασία "ακόμα και σε περιπτώσεις νόμιμης συμπεριφοράς".

Τέλος, η εφημερίδα διαμαρτύρεται για το ότι μεσολάβησε μόνον μια ημέρα από την ανακοίνωση ως την εφαρμογή του νόμου, συνεπώς οι ενδιαφερόμενες πλευρές δεν είχαν το χρόνο να προετοιμαστούν, γεγονός που είναι αντισυνταγματικό.

Ο νόμος αυτός, ο οποίος ψηφίστηκε μόλις πριν από την ανάληψη της εξαμηνιαίας εναλλακτικής προεδρίας της ΕΕ από την Ουγγαρία, προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων τόσο στην ΕΕ όσο και στην ίδια την Ουγγαρία, όπου οι επικριτές του κάνουν λόγο για απόπειρα φίμωσης του Τύπου.

Ορισμένες εφημερίδες κυκλοφόρησαν με κενή την πρώτη σελίδα τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

Ομως, στις 7 Φεβρουαρίου, η Βουδαπέστη, υπό τις πιέσεις της Ευρωπαϊκής, δέχθηκε αλλαγές στον επίμαχο νόμο, οι οποίες όμως δεν αφορούν τη σύνθεση του Συμβουλίου των ΜΜΕ (τα μέλη του είναι διορισμένα από το κυβερνών κόμμα), θέμα το οποίο δεν ήγειρε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.