Γράφει ο Παναγιώτης Βελισσάρης - Λυμπερίδης

Το να εργάζεσαι για κάποια μυστική υπηρεσία στις ΗΠΑ σίγουρα είναι ένα επάγγελμα στο οποίο τα συνειδησιακά διλήμματα που γεννιούνται βρίσκονται στην ημερησία διάταξη: Άκρως απόρρητες πληροφορίες που μόνο ελάχιστοι γνωρίζουν, «άπλυτα» σημαντικών πολιτικών προσώπων που μένουν επίτηδες στην αφάνεια, έγγραφα που περιέχουν σοκαριστικά μυστικά και πάει λέγοντας.

Πολλές είναι οι φορές που αυτοί οι άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να αναρωτιούνται: «Δικαιούται η κοινή γνώμη να ξέρει αυτές τις πληροφορίες;». Πολλοί λιγότεροι όμως είναι αυτοί που πραγματικά προχωρούν ένα βήμα παραπέρα και -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- δίνουν στο φως της δημοσιότητας έγγραφα για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης τα οποία πραγματικά σοκάρουν την κοινή γνώμη.

Και οι εποχές που εμφανίζονται αυτοί οι άνθρωποι είναι τότε που πραγματικά χρειάζονται περισσότερο. Από τη σκοτεινή διακυβέρνηση  του Ρίτσαρντ Νίξον τη δεκαετία του '70, έως και το ακόμη πιο «σκοτεινό» σήμερα, που στο όνομα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας οι δημοκρατικές ελευθερίες καταστρατηγούνται, οι παρακολουθήσεις κλήσεων, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και των προφίλ στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης είναι απλά μία πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι ότι να πάρει κάποιος την απόφαση και να διαρρεύσει εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες θα πρέπει να το έχει σκεφτεί πάρα πολύ, καθώς αυτά που θυσιάζει είναι πάρα πολλά και οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ φημίζονται για την «εκδικητικότητά» τους απέναντι στα «καρφιά».

«The Pentagon Papers»

Πρώτος διδάξας ήταν ο Ντάνιελ Έλσμπεργκ, το 1969, τότε που πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον. Στρατιωτικός αναλυτής, μέλος της επιτροπής του Πενταγώνου με την ονομασία RAND ο Έλσμπεργκ είχε στα χέρια του μία βόμβα μεγατόνων: Περισσότερες από 7.000 σελίδες εγγράφων στα οποία αποδεικνυόταν ότι για χρόνια οι κυβερνήσεις έλεγαν ψέματα όσον αφορά την πόλεμο στο Βιετνάμ, ο οποίος στοίχισε τη ζωή σε πολλούς χιλιάδες στρατιώτες, δίχως κανένα αποτέλεσμα.

Και αφού οι υποδείξεις του για τερματισμό της αιματηρής εμπλοκής στην ασιατική χώρα δεν βρήκαν ευήκοα ώτα ούτε στο Πεντάγωνο, ούτε στο Λευκό Οίκο, μόλις τελείωσε τις υποχρεώσεις του με την RAND, το 1971, αποφάσισε να παίξει το τελευταίο χαρτί που είχε στα χέρια του... Να δημοσιεύσει αυτά τα έγγραφα.

Οι 7.000 σελίδες της έκθεσης έβγαιναν ανά τμήματα για μήνες από το χρηματοκιβώτιο και ο Έλσμπεργκ αφού τα επεξεργαζόταν τα έδινε στους New York Times και σε άλλες εφημερίδες. Ωστόσο, ο ίδιος έχει παραδεχτεί ότι αφαίρεσε σημεία που αναφέρονταν στις διαπραγματεύσεις  ειρήνης με το Βόρειο Βιετνάμ. «Το αφαίρεσα γιατί πίστευα ότι ο Νίξον θα εκμεταλλευόταν τη δημοσιοποίησή τους για να σπάσει τις διαπραγματεύσεις με το Βόρειο Βιετνάμ. Δεν ήθελα να του δώσω το πρόσχημα» υποστήριξε.

Οι αποκαλύψεις του συγκλονίζουν τις ΗΠΑ -έμειναν γνωστές με το παρωνύμιον Pentagon Papers-, τη στιγμή μάλιστα που το αντιπολεμικό κίνημα έχει «θεριέψει» για τα καλά, και ο πρόεδρος της χώρας Ρίτσαρντ Νίξον κίνησε γη και ουρανό ώστε να εξαφανίσει τον Έλσμπεργκ.

«Είναι ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος στην Αμερική και πρέπει να τον σταματήσουμε με κάθε τρόπο...» είχε πει τότε ο υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ. Και το εννοούσε, αφού ο Νίξον διέταξε να τη διάρρηξη του γραφείου του ψυχολόγου του Έλσμπεργκ ώστε να βρεθεί υλικό το οποίο θα μπορούσε να τον κηλιδώσει και να αμαυρώσει τη φήμη που δημιουργήθηκε γύρω από το όνομά του.

Λίγα κατάφεραν, μιας και  παρά τις καταδίκες σε συνολικά 115 χρόνια για κατασκοπεία 1972, ο Έλσμπεργκ αθωώθηκε πανηγυρικά. Μάλιστα η διάρρηξη στο γραφείο του ψυχολόγου του υπήρξε ένα από ήταν ένα από τα βασικά σκάνδαλα του περιβόητου Γουότεργκεϊτ, εξαιτίας του οποίου η κυβέρνηση Νίξον κατέρρευσε λίγα χρόνια αργότερα σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

Το «βαθύ λαρύγγι»

Είναι ευρέως γνωστό στις ΗΠΑ, ότι πρωταγωνιστές στην αποκάλυψη του Γουότεργκεϊτ, ενός πλέγματος παρακολουθήσεων, βρόμικων «επιχειρήσεων» με στόχο την κηλίδωση βασικών πολιτικών αντιπάλων αλλά και παράνομων χρηματοδοτήσεων προς το Ρεπουμπλικανικό κόμματα ήταν δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας Washington Post, ο Μπομπ Γούντγουροντ και ο Καρλ Μπέρσταϊν.

Αυτοί ήταν που άρχισαν να ξετυλίγουν το 1972 το κουβάρι του μεγαλύτερου σκανδάλου στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ, μία έρευνα η οποία πολλές φορές κατέληξε σε αδιέξοδο, με τον Νίξον να αρνείται σθεναρά τα όσα υποστήριζαν οι δημοσιογράφοι στα ρεπορτάζ τους. Ωστόσο, τίποτα δεν θα είχε συμβεί εάν δεν υπήρχε ο άνθρωπος που στην πραγματικότητα συντόνιζε
την δημοσιογραφική έρευνα και έδινε κρίσιμες συμβουλές και πληροφορίες οι οποίες στάθηκαν κομβικές, αφού οι αποκαλύψεις οδήγησαν τον Νίξον να αποχωρήσει ταπεινωμένος από τον Λευκό Οίκο.

Το «βαθύ λαρύγγι», ο βασικός πληροφοριοδότης του Μπέρνσταϊν, για χρόνια κρατούσε μυστική την ταυτότητά του. Μόλις το 2005 αποκαλύφτηκε, από το περιοδικό Vaniy Fair. Ήταν ο τότε υποδιοικητής του FBI, Μαρκ Φελτ, ο οποίος δεν θα αποκάλυπτε ποτέ το μυστικό του εάν δεν τον έπειθαν τα παιδιά του.

Το «βαθύ λαρύγγι» - κατά την πορνογραφική ταινία που έσπασε εκείνη την εποχή ταμεία στην Αμερική - ήταν το κωδικό όνομα για τη συνεννόηση με τον αρχισυντάκτη της Washington Post Χάουαρντ Σίμον, και παρά τις υποψίες ότι ήταν υπεύθυνος για τις διαρροές, ο Φελτ πάντα κατάφερνε να παραπλανεί τους συναδέλφους του και τον Λευκό Οίκο.

Η διαρρόη - μαμούθ

Μερικές δεκαετίες αργότερα, στα τέλη του 2009 ήταν η σειρά ενός αμούστακου παιδιού να πράξει βάση της συνείδησής του, θυσιάζοντας μία πολλά υποσχόμενη καριέρα αναλυτή στον αμερικανικό στρατό. Ήταν ο Μπράντλεϊ Μάνινγκ, ο άνθρωπος πίσω από τη διαρροή – μαμούθ δεκάδων χιλιάδων διπλωματικών και μη διαφορετικών διαβαθμίσεων εγγράφων, στην ιστοσελίδα Wikileaks του Αυστραλού δημοσιογράφου Τζούλιαν Ασάνζ.

Με τον πόλεμο της τρομοκρατίας σε πλήρη εξέλιξη και τις αμερικανικές δυνάμεις να βρίσκονται παραταγμένες σε διάφορες χώρες της Μέσης Ανατολής όπως το Αφγανιστάν και το Ιράκ, τα 700.000 έγγραφα που έδωσε στη δημοσιότητα ο Μάνινγκ αποκάλυψαν πολλές από τις μεθόδους των  κυβερνήσεων, αλλά και το πώς αντιμετώπιζε η αμερικανική διπλωματία σύμμαχες και μη χώρες.

Η διαρροή αυτή δεν ήταν η σοβαρότερη παραβίαση μυστικών στην ιστορία των ΗΠΑ, αλλά ήταν η πιο ευρεία. Οι γνωστοποιήσεις περιλαμβάνουν λεπτομερή διπλωματικά τηλεγραφήματα που παρέχουν τα πρακτικά των συναντήσεων με αρχηγούς κρατών, εκθέσεις των υπηρεσιών μυστικών πληροφοριών από την πρώτη γραμμή του μετώπου στο Αφγανιστάν και το Ιράκ και  ένα βίντεο που ισχυρίζονται ότι δείχνει μια σκόπιμη αεροπορική επίθεση σε φωτορεπόρτερ του Reuters στο Ιράκ.

Και το πιο συγκλονιστικό; Ο Μάνινγκ κατάφερε και υπέκλεψε όλα αυτά τα έγγραφα από μία ασφαλή μυστική βάση του στρατού των ΗΠΑ στο Ιράκ, καλύπτοντας πολλές φορές τα αρχεία σε ένα CD που είχε μουσική της... Lady Gaga.

Η αμηχανία της κυβέρνησης Ομπάμα μπροστά στη χιονοστιβάδα εγγράφων που δόθηκαν στη δημοσιότητα ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Η αντίδραση – τόσο της κυβέρνησης, όσο και του στρατού- ήταν όμως ακόμη πιο σκληρή. Ο Μάνινγκ συνελήφθη, αντιμετωπίζει 22 αδικήματα με τη δίκη του να είναι σε εξέλιξη, με τη μεταχείριση που του επιφυλάχθηκε να φτάνει στα όρια της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Φυλάκιση σε απομόνωση σε στρατιωτική μονάδα υψίστης ασφαλείας, πριν ακόμη ξεκινήσει η δίκη του.

Αλλά και ο Τζούλιαν Ασάνζ βρίσκεται ακόμα σε μεγάλες περιπέτειες αφού εδώ και ένα χρόνο βρίσκεται στην πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο όπου και του έχει χορηγηθεί άσυλο, μίας και αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της σύλληψης από τις βρετανικές αρχές.

Το «οργουελικό» PRISM

Και εάν οι αποκαλύψεις του Wikileaks δημιούργησαν πονοκεφάλους στην αμερικανική κυβέρνηση, οι πρόσφατες αποκαλύψεις της αμερικανικής Washington Post και του βρετανικού Guardian για το PRISM, το γιγαντιαίων διαστάσεων σχέδιο παρακολούθησης δεκάδων ιντερνετικών πληροφοριών, ηλεκτρονική αλληλογραφία και λογαριασμούς στα Social Media δηλαδή, αλλά και τηλεφωνικών υπκλοπών, με πρωταγωνιστή τις μυστικές υπηρεσίες NSA, FBI και CIA, σε αγαστή συνεργασία με γίγαντες της πληροφορικής όπως η Yahoo, η Google, το Facebook, η AOL και η Apple.

Πίσω από την αποκάλυψη του -οργουελικής εμπνεύσεως-  σχεδίου βρίσκεται ο 29χρονος Έντουαρντ Σνόουντεν. Πρώην αναλυτής της CIA και μέχρι προ ολίγων ημερών εργαζόμενος για λογαριασμό της Booz Allen Hamilton, μεγάλης ιδιωτικής εταιρείας ασφάλειας, εργολαβικά συνεργαζόμενης με την NSA, ο Σνόουντεν μετά τη διαρροή του σχεδίου έφυγε από τις ΗΠΑ με προορισμό το Χονγκ Κονγκ.

Πολλοί Αμερικάνοι αναλυτές έσπευσαν να πουν ότι προσεγγίστηκε από τις μυστικές υπηρεσίες της Κίνας, γεγονός που δεν πτόησε την Ισλανδία να του προσφέρει άσυλο.