Η απόφαση του κυβερνήτη του Όρεγκον στις ΗΠΑ να καταργήσει τη θανατική ποινή και να δώσει χάρη σε όλους τους θανατοποινίτες της Πολιτείας, δεν άρεσε σε θανατοποινίτη, ο οποίος άσκησε έφεση κατά της απόφασης, ζητώντας τον θάνατό του.

Το Ανώτατο Δικαστήριο του Όρεγκον αποφάσισε ότι δεν μπορεί να γίνει αναίρεση της χάρης.

Ο κυβερνήτης των Δημοκρατικών Τζον Κιτσχάμπερ, πολέμιος της θανατικής ποινής, έδωσε τον Νοέμβριο του 2011 χάρη και στους 36 θανατοποινίτες της Πολιτείας του Όρεγκον, λέγοντας ότι δεν θα επιτρέψει άλλες εκτελέσεις στη διάρκεια της θητείας του.

Ωστόσο, πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να αλλάξει μόνος του τις ποινές και πρόσθεσε ότι μια απόφαση σχετικά με την υπέρτατη ποινή που θα ισχύει στη Πολιτεία δεν θα αποφασιστεί μόνο από τον ίδιο.

Η απόφαση δεν χαροποίησε τον Γκάρι Χάουγκεν, που είχε καταδικαστεί για δύο δολοφονίες και επρόκειτο να εκτελεστεί ένα μήνα μετά την απόφαση του κυβερνήτη.

Ο άνδρας άσκησε έφεση στην απόφαση, υποστηρίζοντας ότι δεν ήθελε να ζει ανησυχώντας μονίμως ότι η χάρη μπορεί να ανακληθεί.

Δικαστήριο αποφάσισε ότι μπορεί να απορρίψει τη χάρη και να ζητήσει την πραγματοποίηση της εκτέλεσής του, ωστόσο η απόφαση αυτή απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Όρεγκον.

Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς του Χάουγκεν ότι η προσωρινή φύση της ανάκλησης της θανατικής ποινής αποτελεί «σκληρή και ασυνήθιστη τιμωρία».

Ο Χάουγκεν δεν θα έπρεπε, βέβαια, να ανησυχεί τόσο πολύ ότι η χάρη θα είναι προσωρινή. Τα τελευταία 50 χρόνια μόνο δύο άνθρωποι έχουν εκτελεστεί στην Πολιτεία, ένας το 1996 και ένας το 1997.

Ο άνδρας είχε καταδικαστεί για το φόνο της μητέρας της συντρόφου του, ενώ έλαβε και δεύτερη καταδίκη για τη δολοφονία συγκρατούμενού του όταν εκτελούσε την πρώτη ποινή του.