"Άρωμα" γυναίκας θα έχει η δίκη του Ιταλού πρωθυπουργού, Σίλβιο Μπερλουσκόνι στις 6 Απριλίου που κατηγορείται για εκμετάλλευση και εκπόρνευση ανηλίκου και κατάχρηση εξουσίας σχετικά µε το σκάνδαλο Ρούµπιγκεϊτ, έπειτα από την απόφαση του δικαστηρίου του Μιλάνο.

Τρεις γυναίκες, λοιπόν, ανέλαβαν να δικάσουν τον Καβαλιέρε και τα ιταλικά ΜΜΕ σημειώνουν σχεδόν ως "θεία δίκη" ότι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι θα σταθεί ενώπιων τριών γυναικών δικαστών.

Υπενθυμίζεται ότι η Ρούµπι συµµετείχε στα πάρτι του Καβαλιέρε όταν ήταν ακόµη ανήλικη. Εάν αποδειχθεί ότι ο Μπερλουσκόνι είχε συνευρεθεί ερωτικά µαζί της, θα στοιχειοθετηθεί η πρώτη κατηγορία.

Η δεύτερη κατηγορία, της κατάχρησης εξουσίας, αφορά το τηλεφώνηµα που έκανε ο ίδιος ο Μπερλουσκόνι σε αστυνοµικό τµήµα του Μιλάνου για να αφεθεί ελεύθερη η Ρούµπι, µε το επιχείρηµα ότι ήταν ανιψιά του Χόσνι Μουµπάρακ. Για να πείσει τον διοικητή του τµήµατος, ο Μπερλουσκόνι φέρεται να είχε ισχυριστεί ότι η σύλληψή της θα µπορούσε να προκαλέσει διπλωµατικό επεισόδιο µε την Αίγυπτο.

Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι έρχεται αντιµέτωπος µε τη ∆ικαιοσύνη, όπως σχολίασε χθες η εφηµερίδα "Λα Ρεπούµπλικα", "είναι η πρώτη φορά που ένας πρωθυπουργός αντιµετωπίζει τέτοιου είδους κατηγορίες".

Παρατηρητές υπογραμμίζουν ότι αν τελικά ο "Καβαλιέρε" καταδικασθεί για τα συγκεκριμένα αδικήματα, πρόκειται να χάσει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Παράλληλα, τίθεται και το ερώτημα, αν ένας πρωθυπουργός, μπορεί να συνεχίσει να ασκεί τα καήκοντά του ενώ, παράλληλα, απολογείται στις δικαστικές αίθουσες για συναντήσεις με νεαρές κοπέλες.

Όπως τονίζουν σήμερα ιταλικά μέσα ενημέρωσης, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι είναι αποφασισμένος να συνεχίσει την κυβερνητική του πορεία, παρά την παραπομπή του σε δίκη για συνέργια σε εκπόρνευση ανηλίκων και κατάχρηση εξουσίας, με δικάσιμο που ορίσθηκε για τις 6 Απριλίου.

Οι δικηγόροι του "Καβαλιέρε" και η συμπολίτευση αναμένεται να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα στην διάθεσή τους για να σταματήσουν την δίκη του "Ρούμπι Γκέιτ".

Με πιθανή προσφυγή στο εφετείο ή και ειδική ψήφο του κοινοβουλίου, που θα μπορούσε να ζητήσει από το Συνταγματικό Δικαστήριο, να αποφανθεί αν η αρμοδιότητα, της όλης υπόθεσης, είναι του ειδικού δικαστηρίου για πολιτικούς. Όπως διαρρέει από το Μιλάνο, ο δικηγόρους του Μπερλουσκόνι, Νικολό Γκεντίνι, φοβάται ότι αν τελικά η δίκη ξεκινήσει μπορεί να ολοκληρωθεί, όντως, σε χρόνο ρεκόρ: ακόμη και μέσα στον ερχόμενο Μάιο, με εκδίκαση της έφεσης τον Σεπτέμβριο.

"Ο Καβαλιέρε επιθυμεί να κυβερνήσει άλλο ένα χρόνο, παγώνοντας την καυτή αυτή υπόθεση, διότι ξέρει καλά ότι, στην φάση αυτή, τα γκάλοπ δεν είναι και τόσο ευνοϊκά", γράφει η εφημερίδα Ιλ Μεσατζέρο.

Ο μεγιστάνας-πρωθυπουργός, σκοπεύει να "θωρακίσει" την κυβερνητική του πλειοψηφία στην βουλή, με νέες προσχωρήσεις από τον κεντρώο χώρο και τους ανένταχτους, ώστε οι εθνοπατέρες της κεντροδεξιάς, να φτάσουν τους 325, σε σύνολο 630.

Μετά, όμως, την χθεσινή παραπομπή, όλα μοιάζουν δυσκολότερα. Γκάλοπ του ιδιωτικού τηλεοπτικού καναλιού La 7 δείχνει ότι κεντροδεξιά και κεντροαριστερά, είναι ουσιαστικά ισοδύναμες, σε ότι αφορά την πρόθεση ψήφου των πολιτών: και οι δυο μεγάλες παρατάξεις, συγκεντρώνουν το 42%, ενώ ο κεντρώος "Πόλος του Έθνους", είναι στο 10%.

Κάτι που εξηγεί τους μέχρι τώρα δισταγμούς του "μίστερ τιβί" να ταχθεί υπέρ της λύσης των πρόωρων εκλογών από τις οποίες μπορεί να μην προκύψει σαφής πλειοψηφία.

Όλη η αντιπολίτευση, στο μεταξύ, συνεχίζει να ζητά από τον επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης να παραιτηθεί. "Δεν ασχολούμεθα με τις αμαρτίες, ούτε με τα αδικήματα, είναι δουλειά της εκκλησίας και της δικαιοσύνης. Δεν θέλουμε, όμως, η χώρα μας να είναι ακυβέρνητο καράβι και για το λόγο αυτό, ζητάμε άμεσα εκλογές", δήλωσε ο γραμματέας του "Δημοκρατικού Κόμματος", Πιερλουίτζι Μπερσάνι.

Σημειώνεται ότι ο Μπερλουσκόνι δεν είναι υποχρεωμένος εκ του νόμου να εμφανιστεί ενώπιον των δικαστών ούτε υπάρχει νομικό κώλυμα που να τον εμποδίζει να ασκεί τα πρωθυπουργικά του καθήκοντα όσο διαρκεί η δίκη, η οποία μπορεί να κρατήσει χρόνια.

Η δίκη που θα αρχίσει στις 6 Απριλίου αναμένεται, σύμφωνα με την ισπανική εφημερίδα El Pais, να σηματοδοτήσει σύγκρουση της πολιτικής με τη δικαστική εξουσία, από την οποία ζημιωμένη θα είναι και πάλι η Ιταλία, της οποίας η αξιοπιστία και το διεθνές κύρος βαίνουν μειούμενα.