Όταν ο αριθμός των ανέργων στη Βρετανία έφτασε φέτος επισήμως τα 2,5 εκατομμύρια, η δημοσιογράφος των Τάιμς Ελίανορ Μιλς αποφάσισε να πραγματοποιήσει μια έρευνα μεταξύ των νέων, εκείνων που αποκαλούνται σήμερα «χαμένη γενιά». Περίμενε να ακούσει γκρίνιες και παράπονα. Προς μεγάλη της έκπληξη, όμως, οι συζητήσεις που έκανε ήταν πολύ ενθαρρυντικές.

Η κατάσταση είναι ασφαλώς δύσκολη για πολλούς πτυχιούχους. Υπάρχει όμως και μεγάλη αισιοδοξία και δυναμισμός, καθώς και πολλές καινούργιες ιδέες για την κάλυψη του αυξανόμενου χάσματος ανάμεσα στο πανεπιστήμιο και την τόσο κρίσιμη πρώτη δουλειά.

Η κρίση μοιάζει να έχει δημιουργήσει ένα νέο επιχειρηματικό πνεύμα. Αντί να περιμένουν να έρθει ο εργοδότης και να κτυπήσει την πόρτα του σπιτιού τους, πολλοί νέοι έχουν αποφασίσει να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους. Στο Μπέρμιγχαμ για παράδειγμα, όπου η ανεργία των νέων είναι η υψηλότερη στη χώρα, πολλά νέα παιδιά έχουν επιλέξει να κάνουν σπουδές γύρω από την τέχνη. Ο Χάρι Μπλάκετ, που μπήκε πρώτος στο St Martins School of Art του Λονδίνου, σκέφτηκε πως θα του έκανε καλό να κάνει μια άμισθη πρακτική εξάσκηση. «Μια πρώτη άμισθη επαγγελματική εμπειρία διάρκειας 18 μηνών ως δύο ετών είναι σήμερα κάτι πολύ συνηθισμένο», είπε στη δημοσιογράφο.

Για να επιβιώσει, επέστρεψε στο σπίτι των γονιών του. Ηταν βέβαια και τυχερός. Αφού δούλεψε εθελοντικά για ένα διάστημα σε μια γκαλερί, βρήκε εκεί μια δουλειά που χρηματοδοτούνταν από ένα ειδικό ταμείο της κυβέρνησης και του εξασφάλισε τον ελάχιστο μισθό: 150 λίρες (170 ευρώ) για απασχόληση τριάντα ωρών την εβδομάδα. Σε λίγο καιρό μπόρεσε να βρει και τη θέση πλήρους απασχόλησης στην οποία βρίσκεται σήμερα.

Οι νέοι με τους οποίους μίλησε η Μιλς -πολλοί από τους οποίους φοίτησαν σε δημόσια σχολεία και δεν έχουν πλούσιους γονείς για να τους συντηρήσουν- βρίσκουν εξοργιστικό να τελειώνουν το πανεπιστήμιο με ένα δίπλωμα και χρέη που φτάνουν κατά μέσο όρο τις 17.000 λίρες (19.500 ευρώ). Όταν όμως τους ρωτάς αν με αυτούς τους όρους άξιζε τελικά τον κόπο να πάνε στο πανεπιστήμιο, απαντούν όλοι εν χορώ: «Ναι!»

Ο Χένρι Ερσκιν Κρουμ και ο Αλεξ Ουίλ γνωρίστηκαν στο London School of Economics. Σήμερα έχουν μια ιστοσελίδα, τη Spoonfed, που είναι «ο καλύτερος οδηγός για το νυχτερινό Λονδίνο». Στο γραφείο τους στο Χάκνεϊ, απασχολούνται αρκετοί νέοι που έχουν πάθος με την τεχνολογία. Η ιστοσελίδα πηγαίνει τόσο καλά ώστε εξασφάλισε μια χρηματοδότηση ύψους ενός εκατομμυρίου λιρών. Σύμφωνα με τους ιδρυτές της, η αποφοίτηση είναι η καλύτερη περίοδος για να ξεκινήσεις μια δουλειά. «Στο πανεπιστήμιο, συνηθίζεις να ζεις με λίγα χρήματα», λένε. «Κι έτσι δεν είναι δύσκολο να συνεχίσεις να το κάνεις στην αρχή της επιχείρησής σου. Δεν θέλεις να είσαι μέλος ενός γυμναστηρίου ή να έχεις ένα πολυτελές αυτοκίνητο. Κι έτσι μπορείς να ζεις με λίγα και να ρισκάρεις πολλά. Είναι μια φανταστική εμπειρία». Και η ύφεση; Δεν τους ανησυχεί; «Την αντιμετωπίζουμε ως ευκαιρία», απαντούν.

Μια πρόσφατη μελέτη του ιδρύματος Demos με τίτλο «Μια ανατομία της νεολαίας» δείχνει ότι αυτή η νέα δυναμική γενιά ενεργοποιείται σε όλη τη Βρετανία. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι ρόδινα. Ένας νέος που μίλησε στη βρετανίδα δημοσιογράφο ήταν πολύ οργισμένος. «Πολλοί νέοι δεν τα βγάζουν πέρα και καταλήγουν στο έγκλημα», της είπε. Παρόλο που κατάγεται από μια φτωχή συνοικία του Λονδίνου, κατάφερε να μπει στο πανεπιστήμιο. Ανησυχεί όμως για πολλούς παλιούς συμμαθητές του που δεν μπορούν να βρουν δουλειά. Κι έχει δίκιο. Σε ορισμένες περιοχές της Βρετανίας, η ανεργία των νέων φτάνει το 40%. Ο αριθμός των NEETS (Not in education, employment or training: άνθρωποι που δεν σπουδάζουν, ούτε δουλεύουν, ούτε κάνουν μαθητεία) έχει αυξηθεί πολύ. Αν τα πράγματα είναι δύσκολα για τους διπλωματούχους, τι να κάνουν εκείνοι που δεν έχουν καμιά ειδίκευση;

Το πτυχίο πανεπιστημίου δεν αποτελεί πλέον ένα διαβατήριο για ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο, ιδιαίτερα για εκείνους που προέρχονται από φτωχά στρώματα. Όπως λέει ο Λι Ελιοτ Μέιτζορ, διευθυντής ερευνών στο ίδρυμα Sutton Trust, «πολλοί ακόμη παράγοντες συμβάλλουν στην επαγγελματική επιτυχία: είναι χρήσιμο να έχει κανείς μια κοινωνική δικτύωση που τον βοηθά να κάνει το πρώτο βήμα, καθώς και μια οικογενειακή στήριξη που τον βοηθά να επιβιώσει ανάμεσα σε διάφορες επισφαλείς δουλειές».

 

(Πηγές: The Times, Courrier International)