Η Γερμανία επιχειρεί να προσελκύσει εξειδικευμένους εργαζόμενους από το εξωτερικό. Τα μαθήματα γλώσσας στον ευρωπαϊκό Νότο κάνουν θραύση. Ωστόσο οι συνθήκες στη χώρα είναι για πολλούς αποθαρρυντικές.

Η Γερμανία βρίσκεται σε αναζήτηση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Ειδικά στους κλάδους της ιατρικής περίθαλψης, των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών και των μηχανικών οι ανάγκες είναι ιδιαίτερα αυξημένες.
Το ενδιαφέρον πολλών ανέργων από το εξωτερικό για μία θέση εργασίας στη Γερμανία δίνει μεταξύ άλλων σημαντικότατη ώθηση και στις σχολές εκμάθησης γερμανικών. Το φαινόμενο αυτό παρατηρεί ο Κρίστοφ Μύχερ, καθηγητής του Ινστιτούτου Γκαίτε: «Εγώ βρίσκομαι τα τελευταία 20 χρόνια στο Ινστιτούτο Γκαίτε και τα πρώτα 18 χρόνια σημαδεύτηκαν από μία σχετική ύφεση. Προσπαθήσαμε να κάνουμε ό,τι μπορούσαμε, αλλά νομίζω ότι τελικά ήταν η δραματική οικονομική εξέλιξη που ανέτρεψε εντελώς την κατάσταση».

Tέσσερα εκατομμύρια «κενά» μέχρι το 2030

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία δύο χρόνια ολοένα περισσότεροι νέοι Ισπανοί, Πορτογάλοι, Έλληνες, ακόμη και Ιταλοί -πολλοί με πτυχίο ανώτατης σχολής- σπεύδουν σε παραρτήματα του Ινστιτούτου Γκαίτε και όχι μόνο, για να μάθουν γερμανικά και να κάνουν το βήμα προς τη Γερμανία με την ελπίδα της επαγγελματικής αποκατάστασης. Όπως λέει ο Κρίστοφ Μύχερ, το Ινστιτούτο Γκαίτε στην Ελλάδα προσφέρει ειδικές εκπτώσεις σε άνεργους νέους για πρωινά τμήματα. Μάλιστα, προσθέτει, οι προσφορές δεν χρειάζονται καν διαφήμιση, καθώς τα τμήματα είναι πλήρη.

Οι ελλείψεις σε εξειδικευμένους εργαζομένους στη Γερμανία είναι αξιοσημείωτες. Εκτιμάται μάλιστα, με βάση τη σημερινή δημογραφική εξέλιξη, ότι μέχρι το 2030 οι κενές θέσεις εργασίας θα φτάσουν τα 4 εκατατομμύρια. Η γερμανική κυβέρνηση υιοθετεί μέτρα προσέλκυσης εργατικού δυναμικού: χαλάρωση του νόμου περί μετανάστευσης για να διευκολυνθεί η είσοδος καταρτισμένων μεταναστών, προγράμματα εκπαίδευσης στο εξωτερικό και συμφωνίες όπως, για παράδειγμα, με τις Φιλιππίνες, η οποία προβλέπει την αναζήτηση νοσηλευτικού προσωπικού στη Μανίλα. Η στρατηγική φαίνεται να αποδίδει καρπούς: Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας για την Εργασία, τον Ιούνιο του 2012 ο αριθμός των αλλοδαπών εργαζόμενων που κατέβαλαν στη Γερμανία φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, ανήλθε σε 2,2 εκατομ. Το 2011 ο αντίστοιχος αριθμός έφτανε τα 2,1 εκατομ. εργαζομένων.

«Νοοτροπία γκασταρμπάιτερ»

Ωστόσο, είναι δύσκολο να κάνει κανείς λόγο για επιτυχία. Όπως εξηγεί η Ουλρίκε Χάιτσερ-Πριμ από το Κέντρο Εξασφάλισης Εξειδικευμένου Δυναμικού (Kompetenzzentrum Fachkräftesicherung), που υπάγεται στο γερμανικό υπουργείο Οικονομίας: «δεν θέλω να δεσμευτώ με αριθμούς, ωστόσο οι πληροφορίες μας λένε ότι υπάρχουν πολλοί που ξαναφεύγουν. Έρχονται από τη Βαρκελώνη ή τη Μαδρίτη για κάποια θέση στη γερμανική επαρχία. Εκεί συναντούν εντελώς διαφορετικές συνθήκες ζωής, στις οποίες πρέπει αντεπεξέλθουν».

Το ποσοστό των αλλοδαπών εξειδικευμένων εργαζόμενων που εγκαταλείπουν την προσπάθεια και επιστρέφουν στην πατρίδα τους είναι αρκετά υψηλό. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι αρκετές επιχειρήσεις έχουν την έδρα τους σε μικρές επαρχιακές πόλεις, ούτε στα γραφειοκρατικά εμπόδια για την αναγνώριση των τίτλων σπουδών. Όπως εκτιμά η Ουλρίκε Χάιτσερ-Πριμ, «αν και κανείς δεν μιλά ιδιαίτερα γι΄ αυτό, έχουμε ακόμη όλοι κατά κάποιο τρόπο το σύνδρομο του γκασταρμπάιτερ. Τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι επιχειρήσεις. Πρέπει απλά να υπάρξει μία αλλαγή νοοτροπίας. Οι επιχειρήσεις πρέπει να καταλάβουν πόσο σημαντικό είναι να συνοδεύουν τους εργαζόμενους, ώστε να μπορέσουν να ενσωματωθούν».