Στο παρασκήνιο αποφάσισε να αποσυρθεί ο Ντομινίκ Στρος Καν ο οποίος σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο Rossia 24 δήλωσε πως «η πολιτική ανήκει πλέον στο παρελθόν» για τον ίδιο και ότι «στο εξής θα ήθελε να αφοσιωθεί στα νέα του καθήκοντα, του συμβούλου».

Ο πρώην επικεφαλής του ΔΝΤ είπε πως πλέον εργάζεται ως «σύμβουλος κυβερνήσεων και μεγάλων επιχειρήσεων σε πολλές χώρες του κόσμου, σε όλες τις γωνιές του πλανήτη: στη Ρωσία, την Αφρική, τη Λατινική Αμερική». 

Ο πρώην επικρατέστερος υποψήφιος του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές, διορίστηκε τον Ιούλιο μέλος του συμβουλίου εποπτείας δύο χρηματοπιστωτικών οργανισμών, των οποίων κύριος μέτοχος είναι το ρωσικό κράτος: στο ρωσικό Ταμείο άμεσων επενδύσεων (RDIT) και στη ρωσική Τράπεζα Περιφερειακής Ανάπτυξης (BRDR) που τελεί υπό τον έλεγχο του πετρελαϊκού ομίλου Rosneft.

«Οι εταιρίες αυτές μου έχουν αναθέσει να τους δίνω μια ευρύτερη εικόνα όλων των αγορών ανά τον κόσμο», εξήγησε ο Στρος-Καν.«Οι διευθύνσεις των επιχειρήσεων αυτών αποφάσισαν ότι οι γνώσεις μου θα τους ήταν χρήσιμες και η δουλειά αυτή μου ταιριάζει γιατί θεωρώ ότι όλες οι οικονομικές δυνάμεις πρέπει να συνεργάζονται», τόνισε. Παράλληλα εκτίμησε ότι η Ρωσία έπρεπε να διεθνοποιήσει σημαντικά την οικονομική της δραστηριότητα και να επενδύσει στις άλλες χώρες και στην Ευρώπη. 

Στη συνέντευξη αυτή, ο Στρος-Καν για τον οποίο γάλλοι δικαστές αποφάνθηκαν πρόσφατα ότι πρέπει να δικαστεί με την κατηγορία της μαστροπείας ενώπιον γαλλικού δικαστηρίου, μίλησε επί μακρόν για την παγκόσμια οικονομική κατάσταση. 

Ως σημαίνων γάλλος οικονομολόγος ο Στρος-Καν επικρίνει τον ανεπαρκή συντονισμό ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ και την έλλειψη πολιτικής βούλησης για την πάταξη των οικονομικών παραδείσων. 

Όσον αφορά στον πρώην τεχνικό των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών Εντουαρντ Σνόουντεν, ο οποίος βρίσκεται εδώ και τουλάχιστον έναν μήνα στο αεροδρόμιο της Μόσχας, ο Στρος-Καν πιστεύει ότι «αυτό που είναι σημαντικό στην υπόθεση αυτή, δεν είναι η τύχη του Σνόουντεν, αλλά οι μέθοδοι που αποκαλύφθηκαν». «Αν όλα αυτά επιβεβαιωθούν, οι ενέργειες αυτές είναι απολύτως απαράδεκτες», τονίζει αναφερόμενος στις αποκαλύψεις για το πρόγραμμα παρακολούθησης στις επικοινωνίες στο εξωτερικό από την αμερικανική κυβέρνηση.