Νέα μαζική κινητοποίηση «κατά του πραξικοπήματος» οργανώνουν σήμερα οι υποστηρικτές του Μοχάμεντ Μόρσι στην Αίγυπτο, όπου η αστυνομία ετοιμάζεται να επέμβει παρά τις εκκλήσεις για ηρεμία της διεθνούς κοινότητας, η οποία φοβάται νέα αιματοχυσία.

Οι ισλαμιστές διαδηλωτές που ζητούν την επιστροφή του Μόρσι αρνήθηκαν χθες να φύγουν από δύο πλατείες στις οποίες πραγματοποιούν καθιστική διαμαρτυρία εδώ κι έναν μήνα στην πρωτεύουσα. «Θα συνεχίσουμε την καθιστική μας διαμαρτυρία και τις ειρηνικές διαδηλώσεις», δήλωσε η Αλα Μοστάφα, μια εκ των εκπροσώπων τους.

Από τα τέλη Ιουνίου, πριν από την αποπομπή στις 3 Ιουλίου του πρώτου δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου από τον στρατό, τουλάχιστον 250 άνθρωποι, κυρίως υποστηρικτές του Μόρσι έχουν χάσει τη ζωή τους σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις της τάξης και αντιπάλους του αποπεμφθέντα ισλαμιστή προέδρου.

Χθες ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι δήλωσε «ιδιαίτερα ανήσυχος» για τους θανάτους αυτούς, ωστόσο είπε ότι η παρέμβαση του στρατού στις 3 Ιουλίου επιτρέπει την «αποκατάσταση της δημοκρατίας». «Εκατομμύρια άνθρωποι ζήτησαν από τον στρατό να παρέμβει. Όλοι φοβούνταν μήπως η χώρα βυθιστεί στο χάος και τη βία», δήλωσε στο πακιστανικό τηλεοπτικό δίκτυο Geo TV.

Η κατάσταση παραμένει σε αδιέξοδο μετά και τις συνεχείς επισκέψεις πολλών ευρωπαίων ηγετών στο Κάιρο, σε μια προσπάθεια διαμεσολάβησης ανάμεσα στην προσωρινή κυβέρνηση που έχει διορίσει ο πανίσχυρος στρατός και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, από τους οποίους προέρχεται ο Μοχάμεντ Μόρσι. Ο επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας Γκίντο Βεστερβέλε μίλησε για «πολύ εκρηκτική κατάσταση».

Η μεταβατική κυβέρνηση κατέστησε σαφές την Τετάρτη ότι θα αντιμετωπίσει κάθε «απειλή για την εθνική ασφάλεια» και είπε ότι τα πλήθη των διαδηλωτών κατέβηκαν στους δρόμους στις 26 Ιουλίου για να δώσουν «εντολή» στον αρχηγό του στρατού και υπουργό Άμυνας Αμπντελ Φάταχ αλ-Σίσι να θέσει τέρμα στην «τρομοκρατία».

Χθες το υπουργείο Εσωτερικών κάλεσε τους χιλιάδες διαδηλωτές υποστηρικτές του Μόρσι να σταματήσουν την καθιστική τους διαμαρτυρία σε δύο πλατείες του Καΐρου, τη Ραμπάα αλ-Ανταουίγια και την αλ-Ναχντα.

Στο τέλος της ημέρας στρατιωτικά ελικόπτερα πετούσαν πάνω από την πλατεία Ράμπα αλ-Ανταουίγια, σύμφωνα με το επίσημο αιγυπτιακό πρακτορείο ειδήσεων ΜΕΝΑ. Λίγο νωρίτερα η ηγεσία της αστυνομίας είχε συνεδριάσει εξετάζοντας την στρατηγική που θα ακολουθήσει για τη διάλυση της καθιστικής διαμαρτυρίας.

Την Τετάρτη η κυβέρνηση έδωσε το πράσινο φως στις δυνάμεις της τάξης να θέσουν τέρμα στις διαδηλώσεις.

Ο υπουργός Βιομηχανίας και Εμπορίου Μουνίρ Φάχρι Αμπντελνούρ κατηγόρησε τους υποστηρικτές του Μόρσι ότι φέρουν όπλα και είπε πως ελπίζει η παρέμβαση της αστυνομίας να προκαλέσει «τις λιγότερες δυνατόν ανθρώπινες απώλειες». Στις 27 Ιουλίου 82 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κοντά σε συγκέντρωση υποστηρικτών του Μόρσι.

Διπλωματικές προσπάθειες

Ταυτόχρονα με τον απεσταλμένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Μπερναρντίνο Λεόν έφθασε στο Κάιρο και ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γκίντο Βεστερβέλε, ο οποίος συναντήθηκε με τις νέες αρχές, κυρίως με τον προσωρινό πρόεδρο 'Αντλι Μανσούρ, τον στρατηγό Σίσι και με ηγετικά στελέχη των Αδελφών Μουσουλμάνων.

Στέλεχος του Κόμματος Ελευθερίας και Δικαιοσύνης, της πολιτικής πτέρυγας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, δήλωσε ότι «όλοι οι ευρωπαίοι εκπρόσωποι είχαν το ίδιο μήνυμα" και προσπαθούσαν να "ασκήσουν πίεση στους διαδηλωτές κατά του πραξικοπήματος για να διαλυθούν».

Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες δεν διαφαίνεται καμιά ταχεία διευθέτηση, με τις νέες αρχές να αποκλείουν ο Μόρσι να ανακτήσει πολιτικό ρόλο, ενώ οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι ζητούν να επιστρέψει στα προεδρικά του καθήκοντα.

Στο εξωτερικό πληθαίνουν οι φωνές για την προάσπιση του δικαιώματος της συνάθροισης των υποστηρικτών του Μόρσι. «Μια ειρηνική διαδήλωση δεν είναι απειλή για την εθνική ασφάλεια», τόνισε το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW).

Η Ουάσινγκτον ζήτησε «σεβασμό στο δικαίωμα των ειρηνικών συγκεντρώσεων» και το Λονδίνο ζήτησε «άμεσο τερματισμό της αιματοχυσίας».