Την ώρα που η Ουάσινγκτον και οι σύμμαχοί της μιλούσαν την περασμένη Παρασκευή για μια πιθανή στρατιωτική απάντηση στην κρίση της Λιβύης, ο αμερικανός υπουργός Αμύνης Ρόμπερτ Γκέιτς ανέβαινε στο βήμα της Αμερικανικής Στρατιωτικής Ακαδημίας στο Ουέστ Πόιντ της Νέας Υόρκης και έκανε μια απροσδόκητη δήλωση.

Ο Γκέιτς είπε ότι όποιος υπουργός Αμύνης συμβουλεύσει στο μέλλον τον πρόεδρο να στείλει μια σημαντική αμερικανική χερσαία δύναμη στην Ασία, τη Μέση Ανατολή ή την Αφρική «θα πρέπει να πάει να τον κοιτάξει ένας γιατρός», όπως το είχε θέσει ο στρατηγός ΜακΆρθουρ.

Ήταν μια αξιοσημείωτη δήλωση από έναν άνθρωπο που έχει εποπτεύσει την αύξηση των αμερικανών δυνάμεων πρώτα στο Ιράκ, και στη συνέχεια στο Αφγανιστάν.

Οι λίγες εκείνες γραμμές, που απευθύνονταν στους νεοσύλλεκτους στην Ακαδημία, δεν έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα. Σε συνδυασμό με το ζοφερό κλίμα που επικρατεί όμως στην Αμερική για την πρέπουσα απάντηση στις σεισμικές αλλαγές στη Μέση Ανατολή, δείχνουν ότι μια νέα εποχή έχει ανατείλει για την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Η αμερικανική κυβέρνηση, γράφει ο Ρίτσαρντ ΜακΓκρέγκορ στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, αγωνίζεται με δυσκολία μερικές φορές να παρακολουθήσει τις αλλαγές στη Μέση Ανατολή. Και μερικοί επικριτές της λένε ότι ο Λευκός Οίκος άργησε να υποστηρίξει τους διαδηλωτές.

Γερουσιαστές όπως ο Τζον Μακέιν έχουν ζητήσει μια πιο μάχιμη στάση για την απομάκρυνση του συνταγματάρχη Καντάφι από την εξουσία. Οι νέο-συντηρητικοί έχουν βγει κι αυτοί πάλι στην επιφάνεια, αλλά κρατούν χαμηλούς τόνους λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα που είχαν οι ιδέες τους στο Ιράκ. Σε γενικές γραμμές, οι Ρεπουμπλικανοί, που κάποτε ήλεγχαν κάθε συζήτηση στην Ουάσινγκτον για την εθνική ασφάλεια, τώρα ασκούν προσεκτική κριτική. Και αναγνωρίζουν ότι είναι δύσκολο να συνδυαστούν τα παραδοσιακά συμφέροντα της εξωτερικής πολιτικής με την προώθηση της δημοκρατίας.

Η απροθυμία πολιτικοποίησης της κρίσης έχει βαθύτερες ρίζες από το φόβο της εμπλοκής σε μια εμφύλια σύρραξη. Ύστερα από δέκα χρόνια πολέμων, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σήμερα μια διαφορετική χώρα, μια χώρα που παλεύει με ελλείμματα-ρεκόρ και πάσχει από «επεμβασιακή κόπωση», σύμφωνα με τα λόγια του προέδρου του Council on Foreign Relations, Ρίτσαρντ Χάας.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δήλωση του Γκέιτς ότι η αποστολή χερσαίων δυνάμεων στο εξωτερικό αποτελεί τρέλα δεν εξέπληξε κανέναν. «Είναι μια πολύ σπάνια παραδοχή μιας κατάστασης που είναι ακριβής, αλλά που σπανίως την παραδέχεται ένας αξιωματούχος τέτοιου επιπέδου», σημειώνει ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, ένας πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Ο Γκέιτς φρόντισε να προσγειώσει γρήγορα όσους διακήρυτταν ότι η Δύση πρέπει να επιβάλει αμέσως ζώνη απαγόρευσης των πτήσεων πάνω από τη Λιβύη. Ένα τέτοιο μέτρο, τόνισε, προϋποθέτει επίθεση στην αεράμυνα της χώρας.

Η στροφή από τον μαχητικό παρεμβατισμό στον σχετικό απομονωτισμό έχει και εγχώριους λόγους. Οι Ρεπουμπλικανοί δίνουν έμφαση στα δημοσιονομικά ελλείμματα και θεωρούν πιο σημαντικές τις διαδηλώσεις στο Μάντισον του Ουισκόνσιν από εκείνες στη Βεγγάζη της Λιβύης.

Μετά την ομιλία του Γκέιτς στο Ουέστ Πόιντ, τόσο ο ίδιος όσο και ο εκπρόσωπός του έσπευσαν να διευκρινίσουν ότι η πραγματική του πρόθεση ήταν να παρακινήσει τον στρατό να προβληματιστεί για τις κατάλληλες απαντήσεις στα νέα είδη πολέμων. Ό,τι μήνυμα και αν ήθελε να στείλει, πάντως, ο υπουργός Αμύνης γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον ότι ούτε η κυβέρνηση ούτε ο αμερικανός λαός θέλουν πια να παίζουν το ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα.