Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένα κράτος-μέλος δεν επιτρέπεται να αρνηθεί να χορηγήσει άδεια διαμονής και εργασίας σε υπήκοο τρίτου κράτους, ο οποίος συντηρεί ένα ή περισσότερα ανήλικα τέκνα που έχουν την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους-μέλους και κατοικούν σε αυτό.

Σύμφωνα με το ΔΕΚ, η άρνηση χορηγήσεως άδειας διαμονής στους γονείς θα έχει ως συνέπεια να υποχρεωθούν τα τέκνα τους που είναι πολίτες της ΕΕ, να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης προκειμένου να συνοδεύσουν τους γονείς τους.

Ομοίως, αν δεν χορηγηθεί άδεια εργασίας στους γονείς, διατρέχουν τον κίνδυνο να μη διαθέτουν επαρκείς πόρους για την κάλυψη των αναγκών της οικογένειάς τους, κάτι που επίσης θα είχε ως συνέπεια να υποχρεωθούν τα τέκνα τους να εγκαταλείψουν το έδαφός της.

«Η μη χορήγηση άδειας διαμονής και εργασίας θα εμπόδιζε τα τέκνα αυτά να απολαύσουν τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του πολίτη της ΕΕ», επισημαίνει το ΔΕΚ, σημειώνοντας πως «η επιταγή αυτή ισχύει έστω και αν το τέκνο ουδέποτε άσκησε το δικαίωμά του να κυκλοφορεί ελεύθερα στο έδαφος των κρατών- μελών».

Η απόφαση του ΔΕΚ προέκυψε με αφορμή την περίπτωση ζεύγους Ζαμπράνο,από την Κολομβία, το οποίο υπέβαλε αίτηση ασύλου στο Βέλγιο, η οποία απορρίφθηκε από τις βελγικές αρχές.

Περιμένοντας την έκβαση της αιτήσεώς του για τακτοποίηση της διαμονής του, το ζεύγος απέκτησε δύο τέκνα τα οποία απέκτησαν τη βελγική ιθαγένεια, ενώ ο κ. Ζαμπράνο, μολονότι δεν κατείχε άδεια εργασίας, εργαζόταν με σύμβαση αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης σε επιχείρηση που ήταν εγκατεστημένη στο Βέλγιο.

Έτσι το ζεύγος Ζαμπράνο υπέβαλε, αίτηση εγκαταστάσεως στο Βέλγιο, όμως οι βελγικές αρχές απέρριψαν την αίτηση. Στη συνέχεια, ο κ. Ζαμπράνο προσέφυγε δικαστικώς κατά των αποφάσεων που απέρριπταν την αίτηση εγκαταστάσεως και τις αιτήσεις καταβολής επιδομάτων ανεργίας και το βελγικό δικαστήριο απευθύνθηκε στο ΔΕΚ.