Μία «μετωπική» σύγκρουση με παρελθόν, παρόν και μέλλον

Μία «μετωπική» σύγκρουση με παρελθόν, παρόν και μέλλον

Γράφει ο Bαγγέλης Βιτζηλαίος

Την ώρα που οι αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν έχουν ανεβάσει «στο κόκκινο» τη διπλωματική ένταση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Γερμανία, η αμερικανική πλευρά πραγματοποίησε «φουλ» επίθεση στο Βερολίνο, για τη διαχείριση των πλεονασμάτων του. Η τελευταία κίνηση δεν εξυπηρετεί επικοινωνιακούς -μόνο- σκοπούς για να καλύψει το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, αλλά αποτελεί άλλο ένα επεισόδιο μια σφοδρής κόντρας που έχει ξεσπάσει εδώ και πολύ καιρό.

Δεν είναι πολλοί μήνες από τότε που ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζέικομπ Λιου, έριξε δημόσια «καρφιά» κατά της γερμανικής κυβέρνησης, στο  Βερολίνο. Κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξής του με τον γερμανό ομόλογό του, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, τον περασμένο Απρίλιο, ο Λιου κάλεσε τις χώρες εκείνες οι οποίες διαθέτουν «τη δυνατότητα» να τονώσουν την καταναλωτική ζήτηση να το πράξουν, για να αναζωογονηθεί η οικονομική συγκυρία. Από την πλευρά του ο γερμανός ΥΠΟΙΚ απάντησε εκνευρισμένος ότι «οι Ευρωπαίοι μπορούν να χειριστούν επαρκώς τα προβλήματά τους», προσθέτοντας ότι θα προτιμούσε να «μην δίνονται συμβουλές δημόσια» για θέματα που άπτονται της οικονομικής πολιτικής. 

Tην Τετάρτη η αμερικανική πλευρά «ξαναχτύπησε» με το υπουργείο να επικρίνει το Βερολίνο, αφού στην εξαμηνιαία έκθεσή του τόνισε ότι τα πολύ μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας συγκρατούν την  ανάπτυξη στην ευρωζώνη και πλήττουν την  παγκόσμια οικονομία. «Ο αναιμικός ρυθμός της ανάπτυξης της εγχώριας ζήτησης και η εξάρτηση από τις εξαγωγές έχουν εμποδίσει την εξισορρόπηση της οικονομίας της ευρωζώνης» σημειώθηκε χαρακτηριστικά. «Το τίμημα πληρώνουν οι χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία, οι οποίες πιέζονται αφόρητα «να μειώσουν τη ζήτηση και να συμπιέσουν τις εισαγωγές τους για να κάνουν την προσαρμογή» ανέφερε η έκθεση. Σημειώνεται ότι παρόμοια σχόλια εμπεριείχε και η προηγούμενη έκθεση του αμερικανικού ΥΠΟΙΚ, σε χαμηλότερους, όμως, τόνους.

Το Βερολίνο αρνήθηκε τις επικρίσεις, όμως, την Παρασκευή ήταν η σειρά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου να κινηθεί, δια του αναπληρωτή γενικού του διευθυντή, Ντέιβιντ Λίπτον, στο ίδιο μήκος κύματος με το αμερικανικό ΥΠΟΙΚ, ζητώντας από τη Γερμανία να μειώσει το πλεόνασμα των εξαγωγών της σε «ένα κατάλληλο επίπεδο» για να βοηθήσει τους εταίρους της στην ευρωζώνη να μειώσουν τα ελλείμματά τους.

Όπως σημειώνουν οι Financial Times, η Γερμανία σπρώχνει την Ευρώπη σε αποπληθωρισμό (ο πληθωρισμός μειώθηκε στο 0,7% τον Οκτώβριο, στο χαμηλότερο επίπεδο τεσσάρων ετών) αφού αρνείται να μειώσει τους φόρους στο εσωτερικό της. Εάν το έκανε αυτό, σύμφωνα με τους FT, οι γερμανοί εργαζόμενοι θα είχαν τότε περισσότερο ρευστό να δαπανήσουν σε εισαγωγές, ορισμένες των οποίων θα προέρχονταν από τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, βοηθώντας στην ανακούφισή τους. Κάτι τέτοιοι όμως δεν συμβαίνει, με το Βερολίνο να καταγράφει πλεόνασμα 6% που είναι πολύ πιθανό να προκαλέσει την παρέμβαση των Βρυξελλών.

Οι παραπάνω προστριβές μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού δεν είναι οι μόνες, αφού συχνά-πυκνά αναδύεται το ενδεχόμενο αποχώρησης του ΔΝΤ από τους μηχανισμούς στήριξης για χώρες της ευρωζώνης, με την περίπτωση της Ελλάδας και ιδιαίτερα της διαχείρισης του δημοσιονομικού χρέους της να προκαλεί διχογνωμία ανάμεσα σε Ουάσινγκτον και Βερολίνο-Βρυξέλλες.

Φυσικά, η αμερικανική πλευρά βρήκε και το κατάλληλο χρονικό σημείο να επιτεθεί στις ΗΠΑ, αφού ο Λευκός Οίκος είναι ιδιαίτερα «στριμωγμένος» με το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων του κινητού της Άνγκελα Μέρκελ από την Αμερικανική Υπηρεσίας Ασφαλείας (NSA). Παίζει κι αυτό τον ρόλο του, την ώρα που κινδυνεύουν οι διαπραγματεύσεις Ε.Ε. - ΗΠΑ για τη συμφωνία του ελεύθερου εμπορίου. Και η Ουάσινγκτον φοβάται αρκετά το «ναυάγιο»...    

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο