Κανένα νέο πολιτικό στοιχείο, δεν προέκυψε, τελικά, από την συνάντηση του προέδρου της ιταλικής βουλής Τζανφράνκο Φίνι με τον γραμματέα της Λέγκα και υπουργό θεσμικών αλλαγών, Ουμπέρτο Μπόσι που είχε ως στόχο την προσπάθεια επαναπροσέγγισης, στο εσωτερικό της κεντροδεξιάς πλειοψηφίας.

«Ο Φίνι επανέλαβε όσα είχε ήδη δηλώσει την περασμένη Κυριακή στην Περούτζα», δήλωσε ο Μπόσι. Οι πολιτικοί παρατηρητές, συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι, μέρα με την ημέρα, το κυβερνητικό μονοπάτι, γίνεται όλο και πιο δύσβατο, για τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

Ο Ίταλο Μποκίνο, εκπρόσωπος του νεοσύστατου κόμματος «Μέλλον και Ελευθερία» -με επικεφαλής τον Τζανφράνκο Φίνι- δήλωσε σε εκπομπή της δημόσιας τηλεόρασης Ράι, ότι οι τέσσερις υφυπουργοί του κόμματός που μετέχουν στην κυβέρνηση, πρόκειται να υποβάλλουν την παραίτησή τους την ερχόμενη Δευτέρα.

Στην συνέχεια, σύμφωνα με τον Μποκκίνο, το «Μέλλον και Ελευθερία» πρόκειται να υπερψηφίσει τον κρατικό προϋπολογισμό- πιθανότατα την Πέμπτη- αλλά μετά την πράξη αυτή «πολιτικής ευθύνης», θα αποσύρει κάθε μορφή στήριξης προς το κυβερνητικό σχήμα του «Καβαλιέρε». Κάτι που σημαίνει, ότι μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα, είναι πολύ πιθανό, να επισημοποιηθεί η κυβερνητική κρίση.

Συμπολίτευση και αντιπολίτευση, προετοιμάζουν, αναλυτικά, τις στρατηγικές τους: η Λέγκα και ο μπερλουσκονικός «Λαός της Ελεθυερίας», πρόκειται να ζητήσουν ψήφο εμπιστοσύνης προς τον μεγιστάνα-πρωθυπουργό. Το όλο αποτέλεσμα, βάσει των μέχρι τώρα ισορροπιών, μπορεί να είναι θετικό στην γερουσία, όχι όμως στην βουλή, όπου χωρίς το κόμμα του Φίνι, η κυβέρνηση είναι, ουσιαστικά, μειοψηφία.

Από την μεριά της, η κεντροαριστερά, με το «Δημοκρατικό Κόμμα» και την «Ιταλία των Αξιών», έκανε γνωστό ότι πρόκειται να καταθέσει πρόταση μομφής στην βουλή. Και το αποτέλεσμα της ψήφου αυτής, θα εξαρτηθεί από την στάση που θα αποφασίσει να τηρήσει το χριστιανοδημοκρατικό κέντρο Udc, και οι βουλευτές του κόμματος «Μέλλον και Ελευθερία». Αν δηλαδή προτιμήσουν ένα είδος ουδέτερης αποχής, ή μια ξεκάθαρα, επικριτική, αρνητική θέση.

Παρά την σχετική αβεβαιότητα, μπορεί, πάντως, να εξαχθεί ένα πρώτο πολιτικό συμπέρασμα: εκτός από την Λέγκα και τον «Λαό της Ελευθερίας», κανένας, δεν επιθυμεί μια νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Η κεντροαριστερά, το κόμμα του Φίνι και οι χριστιανοδημοκράτες του Udc, συνεχίζουν να αναφέρονται στην ανάγκη σύστασης μιας προσωρινής κυβέρνησης, που θα αλλάξει τον εκλογικό νόμο, θα προχωρήσει σε μια μερική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος και θα εγκρίνει νέα σχέδια δράσης για την απασχόληση των νέων.

Σύμφωνα με τον ιταλικό Τύπο, οι πολιτικές αυτές δυνάμεις, προτείνουν, ως πιθανότερους διαδόχους του «Καβαλιέρε», τον υπουργό οικονομικών, Τζούλιο Τρεμόντι, τον πρώην υπουργό εσωτερικών Μπέπε Πιζάνου ή τον διοικητή της Τράπεζας Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι. Όπως αφήνουν, όμως, να διαρρεύσει, στενοί συνεργάτες του Ιταλού πρωθυπουργού, ο Μπερλουσκόνι θα προσπαθήσει να παρεμποδίσει, όσο δυναμικότερα μπορεί, το συγκεκριμένο σχέδιο, επιμένοντας στην γνωστή του θέση «αν δεν θέλετε να με αφήσετε να κυβερνήσω, τότε ας πάμε αμέσως σε πρόωρες εκλογές».

Προς το παρόν, ο πιστός και μοναδικός του σύμμαχος, η Λέγκα, συνεχίζει να τον στηρίζει και να μην δέχεται να ασχοληθεί με «εναλλακτικά σενάρια». Όπως σημειώνουν, όμως, οι αναλυτές, «το κόμμα του Μπόσσι, επιθυμεί την ολοκλήρωση της υιοθέτησης του ομοσπονδιακού συστήματος και δεν αποκλείεται, αν του δοθούν ξεκάθαρες εγγυήσεις προς αυτή την κατεύθυνση, να αρχίσει να συζητά κάποιες, νέες ρεαλιστικές λύσεις, για την μετά-μπερλουσκονική εποχή».

Tην τελική απόφαση, για το αν θα πρέπει να ανοίξει, οριστικά, ο δρόμος για τις πρόωρες εκλογές, ή αν μπορεί να επιχειρηθεί η σύσταση νέας κυβέρνησης, θα πρέπει να λάβει ο πρόεδρος της δημοκρατίας, Τζόρζτζο Ναπολιτάνο. Είναι πιθανό, μετά την επισημοποίηση της κρίσης, να ανατεθεί, από τον Ιταλό πρόεδρο, διερευνητική εντολή, σε πολιτικό πρόσωπο κοινής αποδοχής, ώστε να εξακριβωθεί, κατά πόσον θα μπορούσε να συγκροτηθεί ένα νέο βιώσιμο, εναλλακτικό κυβερνητικό σχήμα, βάσει τον πολιτικών και αριθμητικών ισορροπιών του κοινοβουλίου.