Η λέξη τσουνάμι η οποία ήρθε στο προσκήνιο με την βιβλικών διαστάσεων καταστροφή, που προκλήθηκε στην χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου,προέρχεται από τις Ιαπωνικές λέξεις λιμάνι και κύμα.

Η ονομασία του, που αποτελεί διεθνή όρο, προέρχεται από τις ιαπωνικές λέξεις tsu (λιμάνι) και nami (κύμα) και θα μεταφράζονταν στα ελληνικά σαν «κύμα του λιμανιού». Η ονομασία αυτή δόθηκε από τους Ιάπωνες, που πλήττονται συχνά από αυτά, λόγω του ότι δεν γίνονται αντιληπτά και δεν αποτελούν κίνδυνο για τα πλοία στην ανοιχτή θάλασσα, αλλά είναι πολύ καταστρεπτικά όταν φθάσουν σε παράλιες περιοχές.

Το τσουνάμι πολλοί το αποκαλούν παλιρροϊκό κύμα ή «θαλάσσιο σεισμικό κύμα». Ο πρώτος όρος αποδίδεται λανθασμένα καθώς αφορά, στη Γη, την 6ωρη περιοδική μετατόπιση υδάτινων μαζών του πανήτη λόγω των βαρυτικών επιδράσεων από τη Σελήνη και τον Ήλιο που τείνουν να παραμορφώνουν τη Γη και το καταφέρνουν στο ευκίνητο μέρος της, την υδρόσφαιρα.

Ο δεύτερος όρος αποδίδεται σωστά καθώς το τσουνάμι είναι παράγωγο οδεύον κύμα θραύσης μεγάλης κλίμακας και μελετάται με σεισμολογικούς όρους.

Παράλληλα, υπάρχει και ο όρος «Μετεο-τσουνάμι» για μεγάλα κύματα που προκαλούνται από μετεωρολογικά φαινόμενα, ενώ συχνά χρησιμοποιείται και ο άτυπος όρος «Μεγα-τσουνάμι» να περιγράψει τα πολύ μεγάλα τσουνάμι.

Το τσουνάμι είναι θαλάσσιο φαινόμενο που δημιουργείται κατά την απότομη μετατόπιση μεγάλων ποσοτήτων νερού σε ένα υδάτινο σχηματισμό και ένα από τα πλέον καταστρεπτικά τσουνάμι της σύγχρονης ιστορίας και αυτό με τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπινων θυμάτων εκδηλώθηκε μετά τον σεισμό της 26ης Δεκεμβρίου 2004 στην Ινδονησία, το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα σχεδόν 250.000 νεκρούς και τεράστιες υλικές ζημιές.

Ως μέγεθος, το μεγαλύτερο στην ιστορία τσουνάμι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ήταν αυτό που δημιουργήθηκε από την έκρηξη του ηφαιστείου Κρακατόα (Ινδονησία) το 1883, καθώς το μέγιστο ύψος των κυμάτων που δημιουργήθηκαν έφτασε τα 40 μέτρα.

Το τσουνάμι εκδηλώνεται με κύματα που στα βαθιά νερά των ωκεανών (μέσο βάθος 4500 μέτρα) οδεύουν με ταχύτητα 210 μέτρων/δευτερόλεπτο ή 756 χιλιομέτρων/ώρα, διαδίδονται με μέτωπα κυμάτων που μπορούν να πλησιάσουν σε πλάτος ακόμα και τη γήινη περίμετρο και οδεύουν με σύνηθες μήκος κύματος της τάξης των 50-400 χιλιομέτρων και ύψος συνήθως από μερικά εκατοστά ως ένα μέτρο.

Φτάνοντας σε ρηχά νερά χάνουν την ταχύτητά τους ως και 20 φορές, αρχικά στο μπροστινό τους μέτωπο που φτάνει πρώτο στα ρηχά, και έτσι το μήκος τους μικραίνει, καθώς το πίσω μέρος του κύματος ταξιδεύει ακόμη με σχετικά μεγαλύτερη ταχύτητα.

Καθώς το μήκος του κύματος ενός τσουνάμι αλλάζει σταδιακά, ακολουθώντας τη μεταβολή της μέσης ταχύτητάς του, σύμφωνα με το βάθος της θάλασσας που διατρέχει, η ορμή του διατηρείται με αντίστοιχη μεταβολή του ύψους του και είναι ο λόγος για τον οποίο γίνεται καταστρεπτικό φθάνοντας στις ακτές.

Η αρχική απότομη μετατόπιση του νερού που προκαλεί τη γένεση ενός τσουνάμι μπορεί να είναι αποτέλεσμα σεισμού, κυρίως υποθαλάσσιου που προκαλεί κατακόρυφη ανάταξη του βυθού, παραθαλάσσιας κατάρρευσης βουνοπλαγιάς ή ηφαιστείου, υποβρύχιας ηφαιστειακής έκρηξης ή πτώσης ικανού μεγέθους ουράνιου σώματος στη θάλασσα.

Επίσης πριν χτυπήσει ένα ισχυρό τσουνάμι, η στάθμη της θάλασσας χαμηλώνει και το νερό αποτραβιέται από την ακτή, δίνοντας την εντύπωση ότι «όλη η θάλασσα έφυγε προς τα πίσω».

Αν γίνει κάτι τέτοιο αντιληπτό, τότε όλοι πρέπει αμέσως να αρχίσουν να τρέχουν προς το εσωτερικό της ξηράς, μακριά από την ακτή, χωρίς να σταματήσουν ούτε δευτερόλεπτο και να προσπαθήσουν να απομακρυνθούν όσο μπορούν από τις παράλιες περιοχές, καταφεύγοντας κατά προτίμηση σε λόφους με ύψη αρκετά πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Εναλλακτικά, αν υπάρχει στην περιοχή κάποιο υψηλό κτίριο, άνω των 15 μέτρων, μπορούν να αναζητήσουν καταφύγιο στον ψηλότερο όροφό του.

Οι οδηγίες τονίζουν ότι δεν πρέπει να περιμένετε να δείτε το κύμα να έρχεται για να αρχίσει η διαφυγή! Ο διαθέσιμος χρόνος, από την στιγμή που το νερό αποτραβιέται από την ακτή έως το χτύπημα του τσουνάμι, είναι ελάχιστος, γύρω στα 5 λεπτά.