Ορκίστηκε σήμερα ο νέος πρόεδρος της Μιανμάρ και διόρισε επισήμως τη νέα κυβέρνηση, η οποία θα αντικαταστήσει τη στρατιωτική χούντα που κυβερνούσε τη χώρα τις τελευταίες δύο δεκαετίες, χωρίς όμως να αναμένεται να υπάρξει κάποια αλλαγή στις κυβερνητικές πολιτικές της χώρας.

Ο Θέιν Σέιν ορκίστηκε πρόεδρος της χώρας σε μία τελετή που έγινε στην Νάι Πι Τάου, την πρωτεύουσα της χώρας από το 2005, αντικαθιστώντας τον στρατηγό Θαν Σούε, επικεφαλής της χούντας από το 1992. Επίσης ορκίστηκαν οι αντιπρόεδροι Τιν Αούνγκ Μιντ Ου και Σάι Μαούκ Καμ.

"Το Κρατικό Συμβούλιο για την Ειρήνη και την Ανάπτυξη θα διαλυθεί άμεσα μετά την τελετή ορκομωσίας", ανακοίνωσε μέσω της κρατικής τηλεόρασης ο Θαν Σούε.

Η σύνθεση του νέου υπουργικού συμβουλίου ανακοινώθηκε και σε αυτό θα μετέχουν πρώην στρατιωτικοί, πολλοί εκ των οποίων ήταν υπουργοί επί χούντας.

Ο υποστράτηγος Χλα Μιν διορίστηκε νέος υπουργός Άμυνας, ο αντιστράτηγος Κο Κο υπουργός Εσωτερικών και ο υποστράτηγος Θέιν Χτέι υπουργός για θέματα συνόρων.

Νέος υπουργός Εξωτερικών διορίστηκε ο Γούνα Μαούνγκ Λουϊν, υπουργός Πληροφόρησης ο Κιάου Χσαν και υπουργός Οικονομικών ο Τιν Ναϊνγκ Θέιν - όλοι τους πρώην στρατιωτικοί.

Η Μιανμάρ βρισκόταν υπό στρατιωτική διακυβέρνηση από το 1988 όταν ο στρατός κατέπνιξε το κίνημα για τη δημοκρατία, σκοτώνοντας περίπου 3.000 ανθρώπους. Η χούντα διεξήγαγε γενικές εκλογές στις 7 Νοεμβρίου από τις οποίες προέκυψε η νέα κυβέρνηση υπό το φιλο-στρατιωτικό Κόμμα, Ένωση Αλληλεγγύης και Ανάπτυξης.

Οι εκλογές έγιναν στόχος έντονης κριτικής από τις δυτικές χώρες επειδή απέκλεισαν τη συμμετοχή στην ηγέτιδα της αντιπολίτευσης Αούνγκ Σαν Σου Κίι, η οποία την εποχή εκείνη βρισκόταν σε κατ' οίκον περιορισμό, και στο κόμμα της, την Εθνική Ένωση για τη Δημοκρατία, το οποίο είχε νικήσει οριακά στις προηγούμενες εκλογές του 1990.

Οι ειδικοί, πάντως, υποστηρίζουν ότι είναι σχεδόν απίθανο οι πολίτες να αντιληφθούν κάποια πολιτική, οικονομική ή κοινωνική αλλαγή άμεσα με τους ίδιους στρατηγούς, που έχουν αποστρατευθεί, να έχουν τον έλεγχο της χώρας, η οποία έχει καταστραφεί από τις εμπορικές κυρώσεις και τη στρατιωτική δημοσιονομική πολιτική.