Τρεις εβδομάδες μετά το σεισμό και το τσουνάμι, που έπληξαν την Ιαπωνία στις 11 Μαρτίου και άφησαν πίσω τους 27.500 νεκρούς και αγνοούμενους, η κατάθλιψη και η απελπισία έχει αρχίσει να κυριεύει τους επιζήσαντες, καθώς έρχονται αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, σύμφωνα με τους ειδικούς.

"Για πολλούς ανθρώπους που μέχρι τώρα είχαν καταφέρει να αγνοήσουν την πραγματικότητα και όσα πραγματικά συνέβησαν, καθώς έχουν αρχίσει να επανέρχονται σε κανονικούς ρυθμούς συνειδητοποιούν ότι, για παράδειγμα, το σπίτι τους έχει καταστραφεί ή ότι έχουν σκοτωθεί τα παιδιά τους και είναι αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν αυτά τα γεγονότα", δήλωσε ο εθελοντής γιατρός Τόρου Χοσάντα που εργάζεται σε έναν καταυλισμό στην κατεστραμμένη παραθαλάσσια πόλη Γιαμάντα.

"Πολλοί από αυτούς δεν γνωρίζουν τί μπορούν να κάνουν", πρόσθεσε.

"Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να κοιμηθούν καλά τη νύχτα καθώς φοβούνται μήπως γίνουν και άλλοι σεισμοί. Εχουν χάσει πολλά πράγματα οπότε έχουν ψυχολογικά τραύματα", επεσήμανε από τη μεριά του ο γιατρός Κεϊχίρο Κουμπότα στο Ρόιτερς από μία νοσοκομείο εκστρατείας στην πόλη Κεσενούμα.

Οι 350 μετασεισμοί που έχουν σημειωθεί στην Ιαπωνία από τις 11 Μαρτίου κάνουν ακόμη πιο δύσκολη την κατάσταση.

"Κοιμάμαι με τα ρούχα μου. Συνέχεια νομίζω ότι γίνονται σεισμοί. Ακόμη κι όταν περνά αυτοκίνητο νομίζω ότι είναι σεισμός", δήλωσε ο Τόσι Φουκούντα, 64 ετών, κάτοικος της πόλης Ρικουζεντακάτα που επλήγη σφοδρά από το τσουνάμι.

Από τη μεριά του ο Σατόσι Τακάντα, παιδίατρος στο νοσοκομείο του Κόμπε της Ιαπωνίας ο οποίος ασχολείται με την ψυχική υγεία των παιδιών, επεσήμανε ότι αυτά δεν είχαν την προσοχή που ήταν απαραίτητη μετά το σεισμό που σημειώθηκε στην πόλη το 1995 και προκάλεσε το θάνατο 6.000 ανθρώπων. "Τα παιδιά είναι πιο επιρρεπή στα ψυχολογικά προβλήματα", δήλωσε.

Για τους επόμενους τρεις μήνες είναι απαραίτητο οι άνθρωποι που ζουν στις πληγείσες περιοχές να έχουν άμεση πρόσβαση σε ψυχολόγους, ενώ η κυβέρνηση πρέπει να δώσει ξεκάθαρες πληροφορίες για το πού θα μείνουν όσοι έχουν χάσει τα σπίτια τους και να ανοίξει τα σχολεία ώστε τα παιδιά να μπορέσουν να επανέλθουν στους κανονικούς τους ρυθμούς, υπογραμμίζουν οι ειδικοί.