Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι πολιτικοί ηγέτες της Κούβας θέλουν να υποδηλώσουν μια αλλαγή πορείας, ή έστω να επαναβεβαιώσουν μια υπάρχουσα πολιτική, συγκαλούν ένα συνέδριο του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος.

Παλιότερα, αυτές οι συγκεντρώσεις γίνονταν κάθε πέντε χρόνια. Η πιο πρόσφατη, όμως, έγινε το 1997. Από τότε, τα οικονομικά προβλήματα, η ασθένεια του Φιντέλ Κάστρο και η αβεβαιότητα για το μέλλον έχουν οδηγήσει στην επανειλημμένη αναβολή του έκτου συνεδρίου. Πολλοί Κουβανοί θεωρούσαν ότι δεν θα γινόταν ποτέ.

Ο Ραούλ Κάστρο τους διέψευσε και συγκάλεσε το συνέδριο για τα τέλη Απριλίου, προκειμένου να «ληφθούν θεμελιώδεις αποφάσεις για τον εκσυγχρονισμό του κουβανικού οικονομικού μοντέλου». Είχε προηγηθεί η ανακοίνωση ότι θα απολυθούν τουλάχιστον 500.000 κρατικοί υπάλληλοι και θα δοθούν κίνητρα σε περισσότερους πολίτες να αναζητήσουν ανεξάρτητη απασχόληση. Το συνέδριο θα εγκρίνει «νέες κατευθύνσεις για την κοινωνικο-οικονομική πολιτική», που περιγράφονται σε ένα 32σέλιδο φυλλάδιο το οποίο δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη εβδομάδα.

Μήπως λοιπόν οι αδελφοί Κάστρο, στη δύση της ζωής τους, ετοιμάζονται να οδηγήσουν την Κούβα προς μια μικτή οικονομία, ανάλογη μ’εκείνη της Κίνας; Η οι μεταρρυθμίσεις αυτές αποσκοπούν απλώς στο να δώσουν μια πρόσκαιρη απάντηση στην οξεία έλλειψη ρευστού;

Μια απλή ανάγνωση του καταλόγου των επαγγελμάτων που μπορούν να κάνουν οι Κουβανοί είναι απογοητευτική, σημειώνει ο Εκόνομιστ. Οι Κουβανοί μπορούν να εργάζονται ως κλόουν, χορευτές και ράφτες. Μπορούν να επισκευάζουν έπιπλα, αλλά όχι να τα πουλούν. Μπορούν όμως να εργάζονται ως οικοδόμοι και ως υδραυλικοί. Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης διευκρινίζουν ότι όποιος επιλέγει την αυτοαπασχόληση δεν θα στιγματίζεται πλέον. Δεν θα του επιτρέπουν όμως και να «συσσωρεύει χρήμα». Επίσης, όποιος εργάζεται για τον εαυτό του θα μπορεί να προσλαμβάνει προσωπικό και εκτός της οικογενείας του. Αυτή είναι πράγματι μια μεγάλη αλλαγή.

Ενας τρόπος ερμηνείας των αλλαγών είναι ότι απλώς νομιμοποιούν μια εκτεταμένη άτυπη οικονομία παράνομων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι Κουβανοί που εργάζονται για τον εαυτό τους θα πρέπει τώρα να πληρώνουν φόρους, που κυμαίνονται από 25% ως 50%. Το άνοιγμα όμως πραγματικών ιδιωτικών επιχειρήσεων προϋποθέτει μια σειρά άλλων αλλαγών.

Πολλοί Κουβανοί παραμένουν επιφυλακτικοί. Το πρώτο, περιορισμένο άνοιγμα της Κούβας προς ιδιωτικές επιχειρήσεις έγινε μετά το τέταρτο συνέδριο, το 1991. Τότε, είχε επιτραπεί στους Κουβανούς να νοικιάζουν δωμάτια και να ανοίγουν τα δικά τους εστιατόρια. Οι επιχειρήσεις αυτές προς στιγμήν πήγαν καλά. Μόλις όμως τα οικονομικά της χώρας πήγαν καλύτερα, με το φτηνό πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα να παίρνει τη θέση της σοβιετικής γενναιοδωρίας, τα ανοίγματα ξεχάστηκαν και οι οικογενειακές επιχειρήσεις φορτώθηκαν με δρακόντειους φόρους και τεράστια γραφειοκρατία.

Τώρα, η κατάσταση είναι σοβαρή. Το κράτος ανέκαθεν εγγυάτο την πλήρη απασχόληση και τη δωρεάν υγεία και παιδεία, ενώ επιδοτούσε τη στέγαση και τις μεταφορές. Τώρα δυσκολεύεται πια να το κάνει. Στη γνωστή αναποτελεσματικότητα του κεντρικού σχεδιασμού και τις δυσκολίες που προκαλεί το αμερικανικό εμπάργκο ήρθαν να προστεθούν οι επιπτώσεις των τυφώνων του 2008 και η μείωση του τουρισμού λόγω της οικονομικής κρίσης.

Ο Ραούλ Κάστρο πιστεύει ότι η Κούβα δεν μπορεί να αντέξει πλέον το πατερναλιστικό κράτος που κληρονόμησε από τον Φιντέλ και ότι οι αμοιβές πρέπει να συνδέονται με την παραγωγικότητα. Κυβερνητικοί οικονομολόγοι υπολογίζουν ότι ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι, ή το 25% όσων απασχολούνται σήμερα από το κράτος, είναι πλεονάζοντες. Οι πρώτες απολύσεις έχουν ήδη αρχίσει.

Επισήμως, η ανεργία είναι μόλις 1,7%. Οποιος κάνει μια βόλτα στην Αβάνα, όμως, παρατηρεί ανθρώπους που περιφέρονται χωρίς να κάνουν τίποτα, καθώς και πολλούς ζητιάνους. Εκτός από περικοπές στην υγεία και την παιδεία, ο Ραούλ Κάστρο σκοπεύει να καταργήσει και το δελτίο, αντικαθιστώντας το με στοχευμένη βοήθεια.

Η σύγκληση του συνεδρίου αποτελεί την κορύφωση μιας συζήτησης που έχει ξεκινήσει εδώ και τέσσερα χρόνια στους κόλπους της ηγεσίας. Ο Ραούλ Κάστρο και οι σύμμαχοί του βγαίνουν κερδισμένοι, γεγονός που αποτυπώνεται και στη σύνθεση της κυβέρνησής του: μόνο τρεις υπουργοί που είχαν διοριστεί από τον Φιντέλ παραμένουν στη θέση τους, και κανείς δεν κατέχει οικονομική θέση.