Η αυξημένη οδική κυκλοφορία εντός οικισμού μπορεί να αποτελεί παραβίαση της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής σύμφωνα με σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Πριν λίγο καιρό, το ΕΔΔΑ, έπειτα από προσφυγή πολίτη, καταδίκασε την Ουγγαρία για ανεπαρκή μέτρα προστασίας των κατοίκων ουγγρικής πόλης από τον θόρυβο και τη ρύπανση, λόγω αύξησης της κυκλοφορίας.

Ο προσφεύγων, κάτοικος του Αλσονεμέντι, υποστήριξε στο Δικαστήριο ότι εξαιτίας της τοποθέτησης διοδίων σε κοντινό, ιδιόκτητο, αυτοκινητόδρομο για την εξυπηρέτηση της διασυνοριακής κυκλοφορίας πριν περίπου 12 χρόνια, αυξήθηκε σημαντικά η διέλευση αυτοκινήτων από έναν κεντρικό δρόμο της πόλης -τμήμα της εθνικής οδού- ως παρακαμπτηρίου, προκειμένου να αποφεύγουν οι οδηγοί την υψηλή χρέωση του αυτοκινητόδρομου.

Έτσι, σύμφωνα με την προσφυγή του πολίτη, ο θόρυβος, η μόλυνση και η μυρωδιά που προκαλείτο από την έντονη οδική κυκλοφορία, κυρίως βαρέων οχημάτων, στο δρόμο όπου κατοικεί, είχε ως αποτέλεσμα το σπίτι του να γίνει σχεδόν μη κατοικήσιμο κατά παράβαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που απαιτεί σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας.

Για να αντισταθμιστεί αυτή η κατάσταση κατασκευάστηκαν σταδιακά τρεις δρόμοι παράκαμψης και τέθηκαν σε εφαρμογή διάφορα μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του ορίου ταχύτητας των 40 χλμ την ώρα κατά τη διάρκεια της νύχτας, προκείμενου να αποθαρρυνθεί η κυκλοφορία στη γειτονιά. Επιπλέον, σε δύο γειτονικές διασταυρώσεις τοποθετήθηκαν φανάρια, ενώ κατά μήκος μίας διόδου της πόλης μπήκαν οδικά σήματα για την απαγόρευση εισόδου των οχημάτων άνω των 6 τόνων και αναπροσανατολισμού της κυκλοφορίας, ρυθμίσεις που επίσης επηρέασαν τον δρόμο του προσφεύγοντα. Μάλιστα, υποστήριξε στο δικαστήριο ότι, λόγω των δονήσεων από τις συχνές διελεύσεις φορτηγών, το σπίτι του υπέστη φθορές.

Τα ουγγρικά δικαστήρια απέρριψαν τους ισχυρισμούς του πολίτη, παρόλο που οι μελέτες, οι οποίες προσκομίστηκαν, διαπίστωναν υπέρβαση του νομίμου επιτρεπτού ορίου θορύβου, ενώ έκριναν ότι οι δονήσεις δεν ήταν ικανές να προκαλέσουν ζημιές στο σπίτι.

Η ουγγρική Δικαιοσύνη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να θεμελιωθεί αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των μέτρων, που υιοθετήθηκαν από την εναγομένη αρχή, και τη ζημιά του σπιτιού, ενώ παρατήρησε ότι το κράτος ξόδεψε πάνω από ένα δισεκατομμύριο Ουγγρικά φιορίνια για την ανάπτυξη του οδικού δικτύου της περιοχής, κατασκεύασε τέσσερις κυκλικούς κόμβους, και τοποθέτησε διάφορα οδικά σήματα και φανάρια, προκειμένου να ανατρέψει τη κίνηση από το Αλσονεμέντι. Κρίθηκε έτσι ότι προέβη σε κάθε μέτρο με στόχο τη μείωση της έντονης κυκλοφοριακής συμφόρησης στο Αλσονεμέντι και τη μείωση της ταχύτητας στη διασυνοριακή κυκλοφορία της πόλης, γεγονός, που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται υπό τις περιστάσεις ότι θα διαφυλάξει τα συμφέροντα του προσφεύγοντος.

Η κυβέρνηση, υποστήριξε στο ΕΔΔΑ, ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα που υπέστη ο προσφεύγων προέκυψαν κυρίως λόγω των διοδίων που εισήγαγε μία ιδιωτική επιχείρηση εκμετάλλευσης αυτοκινητοδρόμων και ότι το κράτος απήντησε με διάφορα παράλληλα μέτρα για την προστασία των κατοίκων του Alsone?medi από τη περιβαλλοντική βλάβη, εκπληρώνοντας την υποχρέωσή του.

Με την απόφασή του το ΕΔΔΑ νομολόγησε υιοθετώντας ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σκεπτικό.

Όπως τονίζεται στην απόφαση:

«Το Δικαστήριο, υπενθυμίζει ότι το Άρθρο 8 της Σύμβασης προστατεύει το δικαίωμα του ανθρώπου στον σεβασμό της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Ένα σπίτι είναι συνήθως ο τόπος, η φυσικά καθορισμένη περιοχή, όπου η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή αναπτύσσεται. Το άτομο έχει δικαίωμα σεβασμού του σπιτιού του, που σημαίνει όχι μόνον το δικαίωμα στην πραγματική φυσική περιοχή, αλλά και την ήσυχη απόλαυση της περιοχής αυτής, εντός λογικών ορίων. Οι παραβιάσεις του δικαιώματος του σεβασμού της κατοικίας δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένες παραβάσεις, όπως η παράνομη είσοδος στο σπίτι ενός ατόμου, αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν και αυτές που είναι διάχυτες, όπως ο θόρυβος, οι εκπομπές, οι οσμές ή άλλες παρόμοιες μορφές παρέμβασης. Μία τέτοια σοβαρή παράβαση μπορεί να οδηγήσει στη παραβίαση του δικαιώματος ενός προσώπου για σεβασμό της κατοικίας του στην περίπτωση που το πρόσωπο αυτό εμποδίζεται, λόγω της παράβασης, να απολαύσει τις ανέσεις του σπιτιού του».

Τονίζεται, επίσης, ότι «το Δικαστήριο θεωρεί ότι το κράτος απολαμβάνει ένα συγκεκριμένο περιθώριο εκτίμησης στο να καθορίζει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τη Σύμβαση όσον αφορά τον καθορισμό των ρυθμιστικών και άλλων μέτρων για την προστασία των δικαιωμάτων του Άρθρου 8. Η θεώρηση αυτή ισχύει επίσης σε καταστάσεις οι οποίες δεν αφορούν την άμεση ανάμιξη των δημόσιων αρχών στο δικαίωμα του σεβασμού του σπιτιού, αλλά περιλαμβάνουν την αδυναμία των αρχών να αναλάβουν δράση, ώστε να θέσουν τέρμα στις προσβολές τρίτων που στρέφονται εναντίον των δικαιωμάτων, που επικαλείται ο προσφεύγων».

Έτσι, αν και αναγνωρίζονται οι προσπάθειες του ουγγρικού κράτους να περιορίσουν το πρόβλημα, κρίθηκε ότι «το εναγόμενο κράτος απέτυχε να εκπληρώσει τη θετική του υποχρέωσή να διασφαλίσει το δικαίωμά του προσφεύγοντος στον σεβασμό της κατοικίας και της ιδιωτικής ζωής». Για τον λόγο αυτό, η ουγγρική δημοκρατία καταδικάστηκε στην καταβολή αποζημίωσης στον προσφεύγοντα πολίτη.

Επιπλέον, το Δικαστήριο καταδίκασε την Ουγγαρία για καθυστέρηση στην κρίση της επίμαχης υπόθεσης από τη Δικαιοσύνη και τονίζει ότι το διάστημα από τις 23/2/1999, οπότε προσέφυγε ο πολίτης, έως τις 15/11/2005, που η υπόθεση τελεσιδίκησε, είναι υπερβολικό για δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και επομένως η χώρα απέτυχε να ανταποκριθεί στην απαίτηση «του ευλόγου διαστήματος».