Μόλις η Πορτογαλία υπέκυψε στις πιέσεις για προσφυγή στον μηχανισμό «σωτηρίας», οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρατάχθηκαν για τη «μάχη της Ισπανίας». Βάλθηκαν δηλαδή να εξασφαλίσουν ότι η τέταρτη σε μέγεθος οικονομία της Ευρώπης δεν θα προσβληθεί από την επιδημία που μετρά ήδη τρία θύματα.

Εκείνοι πάντως που ενδιαφέρονται πραγματικά για την ικανότητα της Ευρώπης να δώσει αυτή τη μάχη θα έπρεπε να στρέψουν την προσοχή τους στο άλλο άκρο της Ευρώπης, τη Φινλανδία, όπου αυτή την Κυριακή μπορεί να εκλεγεί η πρώτη αντιευρωπαϊκή κυβέρνηση της ευρωζώνης.

Η κατάρρευση της πορτογαλικής κυβέρνησης και η επιτυχία ενός άγνωστου μέχρι πρόσφατα λαϊκιστή στις εκλογές της Φινλανδίας μπορεί να φαίνονται άσχετα μεταξύ τους. Ο Τίμο Σοΐνι όμως, επικεφαλής του κόμματος των «Αληθινών Φινλανδών», έσπευσε να κάνει αυτή τη σύνδεση σε μια συνέντευξη που έδωσε στις αρχές του χρόνου στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς.

«Αν αυτή η πορτογαλική ιστορία γίνει πριν από τις φινλανδικές εκλογές, θα ξεσπάσουν έντονες συζητήσεις και διαμαρτυρίες», είχε πει ο Σοΐνι. Οι «Αληθινοί Φινλανδοί» υπολείπονταν ελάχιστα την περασμένη εβδομάδα του κεντροδεξιού κόμματος της Εθνικής Συμμαχίας στις δημοσκοπήσεις. Κι αυτό ήταν πριν προσφύγει η Πορτογαλία στο μηχανισμό.

«Ο κόσμος δεν το καταλαβαίνει, δεν το θέλει», τόνισε ο Σοΐνι.

Το αίσθημα αυτό φαίνεται να εξαπλώνεται. Η λαϊκή οργή για τα πακέτα σωτηρίας, τα μέτρα λιτότητας και τη γενική οικονομική ανασφάλεια έχουν ήδη προκαλέσει την ανατροπή των πρωθυπουργών της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, ενώ θύμα τους έχει πέσει κατά κάποιο τρόπο και ο ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Λουίς Θαπατέρο, ο οποίος δήλωσε ότι δεν θα διεκδικήσει την εξουσία για τρίτη φορά.

Η οργή αυτή φαίνεται τώρα να φτάνει και στον ανεπτυγμένο πυρήνα της Ευρώπης, όπου τα μεγάλα κόμματα χάνουν έδαφος και κερδίζουν δύναμη οι λαϊκιστές «αουτσάιντερ».

Στη Γαλλία, το κεντροδεξιό UMP του Νικολά Σαρκοζί υπέστη βαριά ήττα στις περιφερειακές εκλογές του περασμένου μήνα, όπου πήγε πολύ καλά το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο. Στο Βέλγιο, οι φλαμανδοί εθνικιστές εμποδίζουν εδώ κι ένα χρόνο τον σχηματισμό κυβέρνησης και, αν γίνουν εκλογές, ενδέχεται να αυξήσουν ακόμη περισσότερο τη δύναμή τους. Η κυβέρνηση μειοψηφίας της Ολλανδίας στηρίζεται στους αντιευρωπαίους του Χέερτ Βίλντερς. Ακόμη και στη Γερμανία, η δυσαρέσκεια για τη διαχείριση της οικονομίας από την κυβέρνηση οδήγησε τον περασμένο μήνα σε ήττα των παραδοσιακών κομμάτων στη Βάδη-Βυρτεμβέργη. Ένα από αυτά τα κόμματα, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες, έφτασε πριν από τις εκλογές να «φλερτάρει» με θέσεις κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πολλά από αυτά τα κόμματα, και ιδιαίτερα το Εθνικό Μέτωπο και το κόμμα του Βίλντερς, έχουν έρθει στο παρελθόν στο προσκήνιο για τις σκληρές θέσεις τους κατά των μεταναστών. Πολλοί πολιτικοί όμως αυτής της κατηγορίας, όπως ο Σοΐνι και ο φλαμανδός εθνικιστής Μπαρτ Ντε Βέβερ, έχουν συγκαλύψει αυτή τη διάσταση και προσπαθούν να εμφανιστούν ως υπερασπιστές των αδυνάτων. Και η Μαρίν Λεπέν άλλωστε, που διαδέχθηκε τον πατέρα της στην ηγεσία του Εθνικού Μετώπου, αποκόμισε κέρδη όταν παρουσίασε κάπως ηπιότερες θέσεις για τη μετανάστευση.

Ίσως λοιπόν να βρισκόμαστε μπροστά στο Tea Party της Ευρώπης, σημειώνει ο Πίτερ Σπίγκελ στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. Όπως συμβαίνει με τον Μπαράκ Ομπάμα, οι ηγέτες των ευρωπαϊκών χωρών που έχουν τη δύναμη να σώσουν την ήπειρο από την κρίση δέχονται πιέσεις από ψηφοφόρους που βαρέθηκαν να σώζουν τους άλλους. Και δυσκολεύονται να τους ξανακερδίσουν. Ένας από τους λίγους που μιλούν με ειλικρίνεια είναι ο ολλανδός υπουργός Οικονομικών Γιαν Κις ντε Γιάγκερ, που προσπαθεί να εξηγήσει στους ψηφοφόρους ότι η διάσωση της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας και της Ελλάδας είναι και προς το δικό τους συμφέρον, καθώς οι τράπεζες, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι επιχειρήσεις θα υποστούν βαρύ πλήγμα αν καταρρεύσει η περιφέρεια της ευρωζώνης.