Μετά από το δημοψήφισμα που διεξήχθη για την πρόταση διευθέτησης του χρέους της Ισλανδίας προς τη Βρετανία και την Ολλανδία, η χώρα, απέφυγε για την ώρα το ενδεχόμενο να βυθιστεί στη δίνη πολιτικής κρίσης, καθώς η κεντροαριστερή κυβέρνηση, κατάφερε να επιβιώσει πρότασης μομφής στο κοινοβούλιο της χώρας.

Η αμφισβήτηση της κυβερνητικής αξιοπιστίας ήλθε μετά από την πολιτική της ήττα στο δημοψήφισμα.

Η αξιωματική αντιπολίτευση, το Ανεξάρτητο Κόμμα, προκάλεσε τη δοκιμασία της ψηφοφορίας επιβεβαίωσης της ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, μετά την απόρριψη από τους πολίτες της χώρας, στο δημοψήφισμα του περασμένου Σαββάτου, της συμφωνίας για τη διευθέτηση του χρέους της Ισλανδίας προς τη Βρετανία και την Ολλανδία, που προέβλεπε τη δέσμευση για επιστροφή περισσότερων από 5 δισεκατομμύρια δολάρια στις δύο χώρες.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας πάνω στην πρόταση μομφής ήταν οριακό, καθώς 32 βουλευτές την καταψήφισαν, 30 την υποστήριξαν, ενώ ένας βουλευτής απείχε της διαδικασίας.

Η πρωθυπουργός της Ισλανδίας Γιοχάνα Σίγκουρνταρντοτίρ, είχε διαπραγματευθεί μια συμβιβαστική λύση με τους Βρετανούς και τους Ολλανδούς, προκειμένου να αποζημιωθούν οι αποταμιευτές στις δύο χώρες που είχαν χάσει τις καταθέσεις τους μετά την κατάρρευση του τραπεζικού ομίλου Λαντμπάνκι, το 2008.

Η διαμάχη αναμένεται τώρα να οδηγηθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, μια εξέλιξη που κατά τους ειδικούς μπορεί να αποδειχθεί πιοδυσμενής, από το συμβιβασμό που απέρριψαν οι Ισλανδοί.

Εκτός αυτού, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η αποτυχία της χώρας να βρει μια λύση στο πρόβλημα του χρέους της, θα αποθαρρύνει ακόμα περισσότερο πιθανούς επενδυτές,οδηγώντας σε ακόμα μεγαλύτερη μείωση των ήδη χαμηλών εθνικών επιτοκίων και δυσκολεύοντας την προσπάθεια ελέγχου της ισοτιμίας του συναλλάγματος.