Οι καταγγελίες ότι ηγέτης ισλαμιστικού δικτύου ήταν καταδότης της γερμανικής αστυνομίας, έχουν φθάσει στην δικαιοσύνη.

Επτά μουσουλμάνοι και μία γυναίκα κατηγορούνται για τη μετάφραση και δημοσίευση προπαγανδιστικών μηνυμάτων της αλ Κάιντα στα γερμανικά, τα οποία μάλιστα συνοδεύονταν και από απεχθές οπτικό υλικό με δολοφονίες ομήρων σε ιστοσελίδες και διαδικτυακούς τόπους κοινωνικής δικτύωσης.

Η ιστοσελίδα που φέρεται πως ανήκει στο Παγκόσμιο Ισλαμικό Μιντιακό Μέτωπο (GIMF) θεωρείται ως μία Διαδικτυακή κοινότητα οπαδών του τζιχάντ.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Μάνφρεντ Γκετζλ τόνισε πως, ακόμη και εάν η αστυνομία είχε τοποθετήσει έναν πράκτορά της στην ομάδα αυτή, αυτό δεν θα μπορούσε να εμποδίσει μία καταδίκη του ενόχου για την κατηγορία της υποστήριξης ξένης τρομοκρατικής ομάδας. Μολαταύτα, η ποινή θα ήταν ελαφρύτερη εάν θα αποδεικνυόταν ότι η δράση της αστυνομίας όντως επηρέασε την ομάδα και άμβλυνε τη δραστηριότητά της.

Ο Μουτλού Γκουνάλ, συνήγορος του νεότερου εκ των κατηγορουμένων Ιργάν Π., 18 ετών, είχε δηλώσει από χθες ότι η γερμανική αντιτρομοκρατική υπηρεσία είχε διεισδύσει στην GIMF. Μάλιστα είχε τονίσει πως ένας εγκάθετος της αστυνομίας, 22 ετών, είχε αναρρηθεί στην ηγεσία του γερμανικού κλάδου της οργάνωσης και είχε προτρέψει τους υπολοίπους να παρανομήσουν.

Η ενάγουσα αρχή αρνήθηκε τις αιτιάσεις αυτές τονίζοντας πως δεν είχε υπάρξει διείσδυση πρακτόρων πριν το 2008, οπόταν είχε συλληφθεί ο Π.

Ο Γκετζ διέταξε να διερευνηθεί έρευνα, αλλά αρνήθηκε να εκδώσει ένταλμα ερευνών στους κυβερνητικούς φακέλους που αφορούν τις έρευνες. Όπως τόνισε στον Γκουνάλ «θα τον κρατά ενήμερο».