Βρέθηκε ο υψηλότερος οικισμός στις Περουβιανές Άνδεις

Βρέθηκε ο υψηλότερος οικισμός στις Περουβιανές Άνδεις

Στα ανεμοδαρμένα, γυμνά και κρύα κατσάβραχα των νoτίων Περουβιανών 'Ανδεων, των λεγόμενων και Ιμαλαϊων της Νότιας Αμερικής, σε υψόμετρο 4.500 μέτρων από το επίπεδο της θάλασσας, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ίχνη προϊστορικής εγκατάστασης, που κατοικείτο πριν από 12.000 έως 12.800 χρόνια από ανθρώπους της εποχής των πάγων, στο τέλος της Πλειστοκαίνου εποχής. 

Πρόκειται για τον υψηλότερο οικισμό που έχει βρεθεί ποτέ στον κόσμο από εκείνη την παγωμένη εποχή και δείχνει ότι ορισμένοι τολμηροί πρόγονοί μας ήσαν ικανοί για τέτοια εγχειρήματα σχεδόν 1.000 χρόνια νωρίτερα από ό,τι πίστευαν ως τώρα οι επιστήμονες. 

Οι ιδιαίτερα αρνητικές καιρικές συνθήκες, οι θερμοκρασίες που κατά μέσο όρο φθάνουν τους τρεις βαθμούς Κελσίου, το αραιό οξυγόνο στην ατμόσφαιρα, η έντονη ηλιακή ακτινοβολία και η δυσκολία εύρεσης τροφής δεν εμπόδισαν κάποιες ομάδες προϊστορικών ανθρώπων να φθάσουν τόσο ψηλά και να στήσουν εκεί τη διαμονή τους, αν και παρεμένει άγνωστο αν έμεναν εκεί καθόλη τη διάρκεια του έτους ή εποχικά. Σε τρία ξεχωριστά σημεία εγκατάστασης, στην περιοχή Πουκούντσο, οι ερευνητές βρήκαν ένα καταφύγιο κάτω από βράχους, λίθινα εργαλεία, οστά ζώων, απομεινάρια τροφής και πρωτόγονα τεχνουργήματα. 

Οι γερμανοί και αμερικανοί επιστήμονες, με επικεφαλής τον ανθρωπολόγο και αρχαιολόγο Κουρτ Ραντεμάκερ του γερμανικού Πανεπιστημίου του Τίμπιγκεν (Τυβίγγης) και του αμερικανικού Πανεπιστημίου του Μέιν, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό "Science", σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερς και το ίδιο το αμερικανικό περιοδικό, τόνισαν ότι «οι εν λόγω κυνηγοί-συλλέκτες ήσαν ικανοί να αποικούν ένα τόσο ακραίο περιβάλλον, στις άνω 'Ανδεις, παρά τις προκλήσεις του τέλους της εποχής των παγετώνων. Και το έκαναν πολύ πετυχημένα. Η ανακάλυψη ωθεί προς τα πίσω την ημερομηνία της πρώτης εγκατάστασης των ανθρώπων σε τέτοιο υψόμετρο». 

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι οι τολμηροί παλαιολιθικοί άνθρωποι των 'Ανδεων, που λέγονται και Παλαιο-Ινδιάνοι, δεν θα ξεπερνούσαν τις λίγες δεκάδες, καθώς οι ομάδες των κυνηγών-συλλεκτών παραδοσιακά ήσαν μικρές σε αριθμό μελών. «Βλέπουμε τις προκλήσεις που θα αντιμετώπισαν και σκεφτόμαστε ‘γιατί να κάνεις κάτι τέτοιο, αν μπορείς απλώς να ζήσεις κάπου αλλού;'. Όμως για οποιονδήποτε λόγο πήγαν αρχικά εκεί, θα πρέπει να υπήρχαν επίσης λόγοι που έμειναν παρά τις προκλήσεις», δήλωσε ο Ραντεμάκερ. 

Παρά τις δυσκολίες πάντως, υπήρχε τρόπος να τα βγάλουν πέρα, καθώς οι βράχοι παρείχαν καταφύγιο επαρκές για λίγες οικογένειες, τριγύρω μπορούσαν να κυνηγήσουν διάφορα ορεσίβια ζώα, νερό υπήρχε από ρυάκια, καθώς και άφθονη πρώτη ύλη, όπως οψιδιανός, ανδεσίτης και ίασπης, για τα λίθινα εργαλεία τους, με τα οποία έκοβαν και έξυναν το δέρμα των ζώων, τεμάχιζαν το κρέας τους κ.α. 

Στις οροφές των πέτρινων καταφυγίων τους βρέθηκαν ίχνη από τις φωτιές που άναβαν για να μαγειρέψουν και να ζεσταθούν, ενώ στα τοιχώματα υπήρχαν πρωτόγονα έργα τέχνης, κυρίως απεικονίσεις ζώων με κόκκινο χρώμα. Επειδή στα 4.500 μέτρα δεν φυτρώνουν πια καθόλου δέντρα, θα ήταν πολύ δύσκολο να βρίσκονται ξύλα για τις φωτιές. 

Η εγκατάσταση σε τέτοιο υψόμετρο στις 'Ανδεις έγινε μόλις 2.000 χρόνια αφότου οι πρώτοι άνθρωποι είχαν φθάσει τη Νότια Αμερική, προερχόμενοι από τη Βόρεια, την οποία νωρίτερα είχαν αποικίσει με προέλευση την Ασία, διασχίζοντας τον Βερίγγειο πορθμό. 

Στο παρελθόν, έχει βρεθεί ένας ακόμη παλαιότερος οικισμός στο Θιβέτ, ο οποίος χρονολογείται προ 15.000 ετών περίπου, όμως βρίσκεται σε χαμηλότερο υψόμετρο, στα 3.300 έως 3.500 μέτρα, και δεν είναι καθόλου σίγουρο αν πρόκειται για μόνιμη εγκατάσταση ή για προσωρινό προϊστορικό «κάμπινγκ».

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο