H... απροετοίμαστη CIA

H... απροετοίμαστη CIA

Η δημοσιοποίηση της έκθεσης για τις μεθόδους ανάκρισης της CIA δείχνει πόσο απροετοίμαστη ήταν η υπηρεσία στο ζήτημα αυτό σύμφωνα με την Washington Post.

 

Ένας ιατρικός αξιωματούχος της CIA που είχε εξουσιοδοτηθεί να επιβλέπει την ανάκριση ενός στελέχους της αλ-Κάιντα που λεγόταν Αμπού Ζουμπάιντα έστειλε στις 4 Αυγούστου 2002 - την ημέρα που η υπηρεσία πρωτοχρησιμοποίησε τη μέθοδο βασανισμού που είναι γνωστή ως πνιγμός, waterboarding - το εξής μήνυμα στους ανωτέρους του: «Ο μεγαλύτερος χρόνος μέχρι σήμερα με το ύφασμα στο πρόσωπό του είναι 17 δευτερόλεπτα. Σύντομα θα αυξηθεί. Μέχρι στιγμής, καμιά πληροφορία. Επιστρέφω για ένα νέο γύρο waterboarding».

Ο τίτλος αυτού του μηνύματος ήταν «Έτσι αρχίζει». Και κάπως έτσι ξεκίνησε ένας εφιάλτης, στη διάρκεια του οποίου η CIA με μικρή εμπειρία σε ανακρίσεις προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποσπάσει πληροφορίες, φράφει η αμερικανική εφημερίδα.

Ο Ζουμπάιντα «έκλαιγε», «φώναζε» και «παρακαλούσε», αλλά τα βασανιστήρια συνεχίζονταν με όλο και μεγαλύτερη ένταση. Σε ένα μήνυμα που στάλθηκε στις 8 Αυγούστου 2002 αναφερόταν: «Μερικά μέλη της ομάδας έχουν υποστεί σοκ, πολλοί κλαίνε και αισθάνονται ασφυξία».

Αυτό που άρχισε εκείνη την ημέρα σε μια μυστική φυλακή της Ασίας ολοκληρώθηκε αυτή την εβδομάδα με τη δημοσιοποίηση της έκθεσης της Γερουσίας. Όποιος διαβάζει αυτή την έκθεση βλέπει τις τύψεις που αισθάνονται οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν τότε εκείνα τα βασανιστήρια. Και όπως γράφει ο Ντέιβιντ Ιγκνάτιους στην Post, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η απόφαση να δοθεί στη δημοσιότητα αυτή η έκθεση ήταν σωστή.

Πρόκειται για ένα πολιτικό ντοκουμέντο, αλλά αυτή δεν είναι η μοναδική του αξία. Μια δημοκρατία δεν έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει ένα τραύμα όπως είναι η υπόθεση των ανακρίσεων της CIA χωρίς μια δημόσια συζήτηση. Η θεραπευτική αυτή διαδικασία είναι παράδοξη, καθώς αποκαλύπτει τις πληγές μιας ολόκληρης χώρας. Θυμίζει λίγο το αυτομαστίγωμα των παλιών αγίων.

H καλύτερη απόδειξη του ότι η αντιμετώπιση παλιών αμαρτιών οδηγεί στην εθνική εξιλέωση είναι η Γερμανία. Οι μέθοδοι ανάκρισης της CIA δεν μπορούν βέβαια να συγκριθούν με τα εγκλήματα της ναζιστικής Γερμανίας. Οι Γερμανοί επέμειναν όμως να έρθουν αντιμέτωποι με την ιστορία τους, παραδέχθηκαν την ενοχή τους και διατήρησαν τον εξευτελισμό της ήττα τους ακόμη και στους τοίχους του κοινοβουλίου.

Σε ένα πρόσφατο κείμενό του στο περιοδικό New Yorker, ο Τζορτζ Πάκερ παρομοίασε τη θεραπευτική διαδικασία με την ψυχανάλυση: «Η Γερμανία έφερε το παρελθόν της στην επιφάνεια, το συζήτησε, το ξανασυζήτησε, το αποδέχθηκε, και η πολύχρονη αυτή δουλειά λύτρωσε τον ασθενή και του επέτρεψε να ξεκινήσει μια νέα και επιτυχημένη ζωή».

Η έκθεση της Γερουσίας δείχνει πόσο απερίσκεπτα έσπευσε η CIA να υιοθετήσει εκείνα τα βασανιστήρια. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, όμως, ίσως να είναι το πόσο απροετοίμαστη ήταν για να χειριστεί τους υπόπτους της αλ-Κάιντα που συλλάμβανε.
Φοβούμενη ένα «δεύτερο κύμα» επιθέσεων της αλ-Κάιντα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η υπηρεσία στράφηκε το 2002 σε δύο ψυχολόγους που ισχυρίζονταν ότι ήταν ειδικοί επί των ανακρίσεων. Οι ψυχολόγοι αυτοί, βασιζόμενοι στην εμπειρία τους από την εκπαίδευση αμερικανών πιλότων ώστε να αντέχουν τις σκληρές ανακρίσεις, επινόησαν 12 τεχνικές για τον εξαναγκασμό των υπόπτων να ομολογήσουν. Εκτός από τη μέθοδο του πνιγμού, πρότειναν ακόμη τη «χρήση εντόμων» και τον «εικονικό ενταφιασμό». Οι δύο μέθοδοι αυτές φαίνεται πως απορρίφθηκαν. Η εταιρεία των δύο ψυχολόγων πληρώθηκε το αστρονομικό ποσό των 81 εκατομμυρίων για τις υπηρεσίες της...

Η έκθεση υποστηρίζει ότι τα βασανιστήρια δεν ήταν ένα αποτελεσματικό μέσο για την απόσπαση πληροφοριών. Μπορεί να είναι αλήθεια, μπορεί και όχι. Κανείς δεν ξέρει κατά πόσον οι πληροφορίες που αποσπάστηκαν βοήθησαν στον εντοπισμό του Οσάμα μπιν Λάντεν. Καλύτερα λοιπόν να επικεντρώνεται κανείς στην ηθική διάσταση του θέματος. Η απαγόρευση των βασανιστηρίων αποτελεί μια ηθική επιλογή. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί και να χάσουμε χρήσιμες πληροφορίες. Αυτός είναι ο κίνδυνος που διατρέχουμε όταν κάνουμε κάτι σωστό.

Η λιγότερο πειστική πλευρά της έκθεσης είναι ο ισχυρισμός ότι η CIA παραπλάνησε την κυβέρνηση. Το πιθανότερο είναι ότι συνέβη το ίδιο που είχε συμβεί τις δεκαετίες του '50 και του '60: οι πρόεδροι έδιναν τις εντολές, αλλά δεν ήθελαν να ξέρουν τις βρώμικες λεπτομέρειες.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο