Η πρωθυπουργός της Κροατίας, Γιάντρανκα Κόσορ, ανήγγειλε τη διεξαγωγή έρευνας για να διαπιστωθεί αν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) παραδόθηκαν εκτός διαδικασίας πρακτικά συνάντησης που χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία στη δίκη των Κροατών στρατηγών, Άντε Γκοτόβινα και Μλάντεν Μάρκατς. «Το έχω ήδη αναγγείλει και έχουν αρχίσει οι διαδικασίες», ανέφερε σε χθεσινές δηλώσεις της στον τηλεοπτικό σταθμό Nova TV η πρωθυπουργός της Κροατίας.

Με αφορμή δηλώσεις του πρώην προέδρου της Κροατίας, Στιέπαν Μέσιτς, στην εφημερίδα «Novi List» ότι αντίγραφο μαγνητοσκοπημένου υλικού από τη συνάντηση στο Μπριούνι παραδόθηκε στο ICTY από την υπηρεσία αντικατασκοπίας της Κροατίας (POA), όταν επικεφαλής της ήταν ο νυν υπουργός Εσωτερικών, Τόμισλαβ Καραμάρκο, η κ. Κόσορ τόνισε ότι συζήτησε με τον κ. Καραμάρκο και ότι ζήτησε από την κυβερνητική υπηρεσία για τη συνεργασία με το δικαστήριο της Χάγης έκθεση για το έργο της υπηρεσίας εκείνη την περίοδο.

«Μίλησα με τον κ. Καραμάρκο, αλλά νωρίτερα ως πρόεδρος της κυβέρνησης ζήτησα από την κυβερνητική υπηρεσία για τη συνεργασία με το ICTY να εξετάσει όλα τα δεδομένα των ημερών που αναφέρθηκαν. Δηλαδή, ζήτησα ενδελεχή έρευνα για το έργο της υπηρεσίας την περίοδο εκείνη, ώστε να έχουμε στο τραπέζι όλα τα πραγματικά γεγονότα», δήλωσε η πρωθυπουργός της Κροατίας.

Ο πρώην πρόεδρος της Κροατίας, Στιέπαν Μέσιτς, υποστήριξε ότι ούτε ο ίδιος, ούτε κάποιος από το προεδρικό γραφείο παρέδωσαν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης τα αποκαλούμενα "πρακτικά του Τούτζμαν" και ότι η υπηρεσία αντικατασκοπίας, όταν ήταν επικεφαλής της ο Τόμισλαβ Καραμάρκο είχε εντοπίσει το μαγνητοσκοπημένο υλικό από τη συνάντηση στο Μπριούνι σε αρχείο, το εξέτασε, διαπίστωσε ότι είναι αυθεντικό και στη συνέχεια η καταγραφή αυτή παραδόθηκε στο ICTY.

Από τον Ιανουάριο του 2001, όλα τα έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή της κυβέρνησης και όλα τα αιτήματα του ICTY για την κατάθεση πρακτικών υποβάλλονταν στην κυβερνητική υπηρεσία για τη συνεργασία με το ICTY, ανέφερε ο κ. Μέσιτς.

Το ζήτημα των διαρροών πρακτικών και άλλων εγγράφων προς τη Χάγη και το πόσο συνέβαλαν στην καταδίκη του Άντε Γκοτόβινα και του Μλάντεν Μάρκατς, των Κροατών στρατηγών, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι για εγκλήματα πολέμου και τους επιβλήθηκαν ποινές κάθειρξης 24 και 18 ετών αντίστοιχα, έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις και διαμάχες στο πολιτικό σκηνικό της Κροατίας.

Ο υπουργός Εσωτερικών, απαντώντας στις κατηγορίες του κ. Μέσιτς έκανε λόγο για κακόβουλες επιθέσεις εναντίον του και τόνισε ότι η υπηρεσία αντικατασκοπίας είχε αναλάβει να ελέγξει την αυθεντικότητα των αρχείων και ότι αυτή ήταν η μοναδική του επαφή με τα αρχεία τον Απρίλιο του 2005.

«Μετά την εξέταση, τα πρακτικά παραδόθηκαν στην εισαγγελία και επειδή η POA ποτέ δεν συνεργάστηκε με το ICTY, δεν παρέδωσε ποτέ στο δικαστήριο ούτε αυτά, ούτε άλλα αρχεία», είπε κ. Καραμάρκο.