Η Ρουάντα απαγόρευσε την πώληση μεταλλευμάτων που εξορύσσονται σε τοποθεσίες της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό όπου σημειώνονται συγκρούσεις, συμμορφούμενη έτσι με την αμερικανική νομοθεσία που αξιώνει οι ορυκτές ύλες να προέρχονται, πιστοποιημένα, από μη εμπόλεμες περιοχές. Η Global Witness, μια διεθνής οργάνωση ερευνών, είχε κατηγορήσει στο παρελθόν τη Ρουάντα ότι λειτουργεί ως δίοδος για την εξαγωγή μεταλλευμάτων, τα έσοδα από τα οποία χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση των συγκρούσεων στην ανατολική ΛΔ του Κονγκό.

Η απαγόρευση αφορά μεταλλεύματα όπως κασσίτερος, ταντάλιο, βολφράμιο και χρυσός που προορίζονται για τη βιομηχανία ηλεκτρονικών ειδών καθώς χρησιμοποιούνται ευρέως στα κινητά τηλέφωνα, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και άλλα προϊόντα.

Η Global Witness υποστήριζε ότι η Ρουάντα ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη εισαγωγέας κογκολέζικου κασσίτερου και επέτρεπε να χρησιμοποιείται το έδαφός της ως "έξοδος" και "ζώνη ξεπλύματος" για τα χρήματα από τα "μεταλλεύματα των συρράξεων". Οι αρχές της χώρας πάντως απέρριπταν αυτούς τους ισχυρισμούς.

Ο υπουργός Μεταλλείων Κριστόφ Μπαζιβάμο, είπε ότι η χώρα δεν θα επιτρέπει πλέον να εισάγονται και να περνούν από το έδαφός της μεταλλεύματα προερχόμενα από αυτές τις περιοχές.

Ο νόμος Ντοντ-Φρανκ επιβάλλει στις αμερικανικές δημόσιες εταιρείες να ανακοινώνουν τις ενέργειες στις οποίες έχουν προβεί ώστε να μην εισάγουν στην αλυσίδα παραγωγής τους μεταλλεύματα προερχόμενα από εμπόλεμες ζώνες.