Η τριήμερη επίσημη επίσκεψη του προέδρου της Τουρκίας Αμπντουλάχ Γκιουλ στην Αυστρία είναι η πρώτη που έκανε αρχηγός του τουρκικού κράτους στη χώρα αυτή εδώ και δεκατρία χρόνια, αλλά δεν μπόρεσε τελικά, παρά τις προφανείς έντονες προσπάθειες του ίδιου, να επηρεάσει την επιφυλακτική ως αρνητική στάση της αυστριακής ηγεσίας στο ενδεχόμενο της πλήρους τουρκικής ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτό, παρά την επανειλημμένη διακήρυξη από τον κ. Γκιουλ κατά τις επαφές του στη Βιέννη, της θέσης του ότι από την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα έβγαιναν κερδισμένες και οι δύο πλευρές, αλλά και παρά τις παραπομπές του στο γεγονός της εντατικοποίησης και συνεχούς αύξησης των αυστροτουρκικών οικονομικών σχέσεων.

Στο πλαίσιο αυτό ο Τούρκος πρόεδρος ζήτησε, εμμέσως πλην σαφώς, από τους συνομιλητές του αφενός να υπάρξει καλύτερη πληροφόρηση του αυστριακού λαού ως προς τα επιπλέον οφέλη που θα προέκυπταν από την συμμετοχή της χώρας του στην ΕΕ και αφετέρου να αποφευχθεί μια παρεμπόδιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

Επιπλέον, ο κ. Γκιουλ, εκφράζοντας κριτική στο γεγονός ότι η Τουρκία είναι η μόνη χώρα που έχει προσχωρήσει στην Τελωνειακή Ένωση με την ΕΕ αλλά δεν είναι μέλος της, ζήτησε διευκολύνσεις στο θέμα θεωρήσεων εισόδου για Τούρκους πολίτες.

Από την πλευρά του ο Σοσιαλδημοκράτης Αυστριακός καγκελάριος, Βέρνερ Φάιμαν, κατέστησε σαφές μετά τις συνομιλίες με τον Τούρκο πρόεδρο πως οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις συνιστούν διαδικασία με ανοικτή κατάληξη, προσθέτοντας πως σε περίπτωση απόφασης για ένταξη της Τουρκίας, αυτή θα τεθεί σε ένα επιβεβλημένο, από το αυστριακό Σύνταγμα, δημοψήφισμα στην Αυστρία.

Ο Αυστριακός αντικαγκελάριος και υπουργός Εξωτερικών, Μίχαελ Σπίντελεγκερ, αρχηγός του συγκυβερνώντος με τους Σοσιαλδημοκράτες συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος, επανέλαβε την γνωστή πάγια αυστριακή τοποθέτηση, που έχει γίνει ήδη πριν από την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων τον Οκτώβριο του 2005 -- όταν η Αυστρία είχε προσπαθήσει να εμποδίσει τη διατύπωση περί στόχου πλήρους ένταξης--, για μια μόνον "προνομιακή σχέση" της ΕΕ με την Τουρκία.

Ο κ. Σπίντελεγκερ δεν παρέλειψε να παραπέμψει στο γεγονός πως μπορεί μεν να διεξάγονται ενταξιακές διαπραγματεύσεις, όμως η σημειούμενη πρόοδος είναι ελάχιστη καθώς έχει "παγώσει" μια σειρά κεφαλαίων.

Αλλά και ο γνωστός για την ιδιαίτερα διπλωματική και μετριοπαθή γλώσσα του ομοσπονδιακός πρόεδρος της Αυστρίας Χάιντς Φίσερ δεν παρέλειψε να επισημάνει στον Τούρκο επισκέπτη του, πως πρόκειται για "δύσκολες διαπραγματεύσεις", οι οποίες όμως, όπως είπε, έχουν αποφασιστεί ομόφωνα από την ΕΕ και θα πρέπει να είναι "ανοικτές και δίκαιες".

Ο κ. Φίσερ τόνισε ακόμη πως κανείς δεν μπορεί να προκαταβάλει το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων αυτών, το οποίο, όπως σημείωσε, για συνταγματικούς λόγους, θα πρέπει να τεθεί σε δημοψήφισμα στην Αυστρία, στη βάση σχετικής απόφασης των κοινοβουλευτικών της κομμάτων.

Σε σημερινά δημοσιεύματά τους για την επίσκεψη του Τούρκου προέδρου τα αυστριακά Μέσα Ενημέρωσης αναφέρονται στις επαφές του στο πλαίσιο της και στις αυστροτουρκικές σχέσεις, ιδιαίτερα στον οικονομικό τομέα, αλλά και στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, τονίζοντας ότι οι Αυστριακοί συνομιλητές του επανέλαβαν τις σχετικές αυστριακές επιφυλάξεις ως προς την τουρκική ένταξη στην ΕΕ.

Τα δημοσιεύματα δεν αφήνουν απαρατήρητο, όπως σημειώνεται σχετικά, "ένα είδος απειλής προς τις αυστριακές εταιρείες", που διατύπωσε ο Αμπντουλάχ Γκιουλ, προειδοποιώντας ότι οι αυξανόμενες διμερείς επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να πληγούν, αν συνεχιστεί η ψυχρότητα έναντι της Τουρκίας και θέτοντας ο ίδιος το ερώτημα "εάν οι αυστριακές εταιρείες θα συνεχίσουν να μπορούν να έχουν τα κέρδη που έχουν σήμερα στην Τουρκία αν δεν συνεργαστούν με τη χώρα".

Ευρεία αναφορά γίνεται στην εντατικοποίηση των εμπορικών σχέσεων Αυστρίας-Τουρκίας, που αποτέλεσε θέμα συζήτησης χθες στο Οικονομικό Επιμελητήριο Αυστρίας παρουσία των προέδρων των δύο χωρών και σημειώνεται η δήλωση του Τούρκου Προέδρου ότι η Τουρκία προσφέρει πολλές ευκαιρίες.

Προστίθεται ακόμη ότι ο ίδιος κάλεσε τους Αυστριακούς επιχειρηματίες να επενδύσουν στην Τουρκία, η οποία, όπως τόνισε, είναι σήμερα διαφορετική απ' ό,τι πριν δέκα χρόνια, ενώ το 2020 θα συγκαταλέγεται, κατά την εκτίμηση του κ. Γκιουλ, στις δέκα πιο ισχυρές οικονομίες του κόσμου.