Οι νεκροί από την επιδημία της χολέρας στο Τσαντ ξεπερνούν τους 100, ανακοίνωσαν σήμερα οι αρχές της χώρας, την ίδια στιγμή που η μη κυβερνητική οργάνωση Oxfam προειδοποιούσε ότι ο αριθμός των θυμάτων μπορεί να αυξηθεί με την έναρξη της εποχής των βροχών.
Συνολικά μέχρι σήμερα στο Τσαντ έχουν πεθάνει 102 άνθρωποι από την επιδημία.

«Ανησυχούμε γιατί φτάνει η περίοδος των βροχών και αυτό μπορεί να προκαλέσει γρήγορη και καταστροφική αύξηση των κρουσμάτων», είπε ο διευθυντής της Oxfam στη χώρα, Αμπακάρ Μαχάματ.

Οι επιδημίες χολέρας στο Τσαντ συνήθως σημειώνονται κατά την εποχή των βροχών, όταν σπίτια και τουαλέτες πλημμυρίζουν και το μολυσμένο νερό συγκεντρώνεται σε λιμνούλες. Πέρσι περισσότεροι από 6.800 άνθρωποι ασθένησαν και οι 209 από αυτούς πέθαναν. Οι πλημμύρες του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου ήταν οι χειρότερες που γνώρισε η χώρα τα τελευταία 40 χρόνια.

«Πριν από δύο εβδομάδες βλέπαμε 20 ασθενείς την ημέρα, κατά μέσο όρο. Τώρα δεχόμαστε πέντε ή έξι. Ελπίζουμε ότι η κατάσταση θα σταθεροποιηθεί» είπε ο Ίνοσεντ Χουντέντο, γιατρός σε ιατρικό κέντρο στα νότια της πρωτεύουσας Ντζαμένα.

Μολονότι διαθέτει κοιτάσματα πετρελαίου που υπολογίζονται στα 1,5 δισεκατομμύρια βαρέλια, το Τσαντ παραμένει μια από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα οι κάτοικοί του ζουν με 3 δολάρια την ημέρα, κατά μέσο όρο. Οι περισσότεροι πίνουν νερό από ανοιχτά πηγάδια ή ποτάμια, νερό που συχνά δεν είναι ασφαλές. Μόλις το 0,6% των σπιτιών διαθέτουν τουαλέτες, στα χωριά δεν υπάρχει σύστημα συλλογής των απορριμάτων και οι πόλεις δεν διαθέτουν αποχετευτικό σύστημα.

«Η κυβέρνηση του Τσαντ πρέπει να καταβάλει τεράστιες προσπάθειες για να παράσχει νερό και υγειονομικές υπηρεσίες στον πληθυσμό», είπε ο Μαχάματ.

Η χολέρα είναι μια οξεία πάθηση του γαστρεντερικού συστήματος που οφείλεται σε μολυσμένα τρόφιμα ή νερό και προκαλεί διάρροιες και εμετούς. Οι ασθενείς μπορεί να πεθάνουν από αφυδάτωση ακόμη και σε διάστημα λίγων ωρών αν δεν λάβουν την κατάλληλη θεραπεία.