Η συχνότητα των πολέμων ανάμεσα στα κράτη του πλανήτη μας αυξανόταν σταθερά μεταξύ των ετών 1870 - 2001, με μέσο ετήσιο ρυθμό 2%, σύμφωνα με μια νέα έρευνα Βρετανών και Γερμανών επιστημόνων. Οι ολοένα αυξανόμενες συγκρούσεις τροφοδοτούνται κυρίως από τον πολλαπλασιασμό των νέων συνόρων ανάμεσα στις χώρες, καθώς και από την οικονομική ανάπτυξη που έχει καταστήσει φτηνότερους τους πολέμους. Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Μαρκ Χάρισον του βρετανικού πανεπιστημίου Γουόργουικ και του καθηγητή Νικολάους Βολφ του γερμανικού πανεπιστημίου Χούμπολτ, κατέγραψαν εξονυχιστικά τις διάφορες διακρατικές πολεμικές συγκρούσεις ανά την υφήλιο και διαπίστωσαν τη διαρκή αύξησή τους διαχρονικά: από 6 ετησίως κατά μέσο όρο στην περίοδο 1870-1913, σε 17 κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, σε 31 στην περίοδο του «ψυχρού πολέμου» και σε 36 τον χρόνο κατά μέσο όρο στη δεκαετία του ΄90 (οι ανωτέρω αριθμοί δεν περιλαμβάνουν τους διάφορους εμφυλίους πολέμους, αλλά μόνο τις συγκρούσεις μεταξύ κρατών).

Μετά το 1945, οι πόλεμοι συνεχίστηκαν με την ίδια και ακόμα μεγαλύτερη συχνότητα, όπως και πριν το 1913. Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με τους ερευνητές, έπαιξε η δραματική διεύρυνση του αριθμού των χωρών από 47 το 1870 σε 187 το 2001. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των κρατών, άρα και τα μεταξύ τους σύνορα, τόσο αυξάνονται και οι πόλεμοι. «Υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στους πολέμους και στη δημιουργία κρατών και νέων συνόρων», δήλωσε ο Χάρισον.

Οι ερευνητές έθεσαν το ερώτημα αν η αύξηση των πολέμων μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο οφείλεται κυρίως στους «πολέμους των ΗΠΑ» και η απάντησή τους είναι αρνητική: ακόμα κι αν κανείς απομονώσει τελείως τις συγκρούσεις που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ για διάφορους λόγους, δεν προκύπτει καμία διαφορά στη γενικότερη παγκόσμια τάση διαχρονικής αύξησης των πολέμων. Μάλιστα, άλλοι ερευνητές έχουν δείξει ότι η μέση απόσταση που χωρίζει τις αντιμαχόμενες χώρες έχει σταδιακά αλλά σταθερά μειωθεί μετά το 1950, άλλη μια ένδειξη ότι οι κατά τόπους πόλεμοι έχουν όλο και περισσότερο τοπικό χαρακτήρα.

Η νέα έρευνα επίσης δείχνει ότι ναι μεν οι μεγαλύτερες χώρες (με βάση το συνολικό ΑΕΠ τους) τείνουν να καταφεύγουν πιο συχνά στον πόλεμο, όμως αυτή η τάση δεν έχει αυξηθεί κατά τα τελευταία 130 χρόνια. Επίσης, διαπιστώνεται ότι οι πιο πλούσιες χώρες (με βάση το ΑΕΠ ανά κεφαλή τους) κάνουν συχνότερα πολέμους σε σχέση με τις φτωχότερες χώρες, πάλι όμως αυτή δεν παρατηρείται τάση αύξησης διαχρονικά. Με άλλα λόγια, η ετοιμότητα ενός κράτους να προσφύγει στον πόλεμο για να λύσει μια διαμάχη, είναι κατανεμημένη σχετικά ομοιόμορφα στην παγκόσμια κλίμακα κατανομής του εισοδήματος, πράγμα που, κατά τους ερευνητές, είναι μάλλον ανησυχητικό.

Από την άλλη, όπως τονίζουν οι επιστήμονες, η ανωτέρω διαπίστωση αποτελεί αίνιγμα, επειδή υποτίθεται ότι κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, όσο οι χώρες σιγά-σιγά γίνονται πιο πλούσιες, πιο δημοκρατικές και πιο αλληλεξαρτημένες. Όλες αυτές οι εξελίξεις, ήδη από την εποχή του Διαφωτισμού, πιστεύεται ότι θα έπρεπε να οδηγούν σε ένα κόσμο πιο ειρηνικό και όχι πιο συγκρουσιακό.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι μέχρι τώρα δίνεται μάλλον μικρή έμφαση στην ολοένα αυξανόμενη ικανότητα (τεχνολογική, οικονομική κλπ.) των κρατών να διεξάγουν πολέμους, με συνέπεια συχνά-πυκνά να υποκύπτουν στον πειρασμό, παρά τα -κατά τα άλλα- ειρηνόφιλα ιδανικά τους. «Κάνουμε πολέμους πιο συχνά όχι γιατί το θέλουμε, αλλά γιατί μπορούμε», σύμφωνα με την μελέτη. Αυτό οφείλεται σε τρεις βασικές αιτίες: η στρατιωτική-καταστρεπτική ικανότητα έχει γίνει πιο φτηνή χάρη στην οικονομική ανάπτυξη, ενώ έχει γίνει επίσης πιο μεγάλη χάρη στην αυξημένη φορολόγηση των μαζών στις δημοκρατικές κοινωνίες. Ακόμα, οι χώρες, επειδή καταφέρνουν να διατηρούν διεθνείς εμπορικές συναλλαγές σε καιρό πολέμου χάρη στην παγκοσμιοποίηση, καταφεύγουν ευκολότερα σε αυτόν.