Οι φήμες στη Μόσχα δεν έχουν κοπάσει. Θα λάβουν μέρος ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ ή και οι δύο στις προεδρικές εκλογές του 2012; Η υποτιθέμενη αντιπαράθεση ανάμεσα στον μεταρρυθμιστή και τον συντηρητικό μέντορά του αποτελεί ιδεώδες θέμα συζήτησης σε μια χώρα όπου η πραγματική πολιτική συζήτηση έχει εξαφανιστεί εδώ και χρόνια από τη δημόσια σκηνή. Ο Πούτιν, που χρημάτισε πρόεδρος από το 2000 ως το 2008, επέλεξε τον Μεντβέντεφ επειδή δεν μπορούσε να συνεχίσει στο αξίωμα αυτό και για τρίτη θητεία. Τώρα, μπορεί να επιστρέψει στην προεδρία για δύο ακόμη θητείες, δηλαδή να παραμείνει πρόεδρος μέχρι το 2024, αφού η προεδρική θητεία αυξήθηκε από τα τέσσερα στα έξι χρόνια.

Oι δύο ηγέτες έχουν ερωτηθεί επανειλημμένα για τα σχέδιά τους. Η απάντησή τους είναι ότι θα ανακοινώσουν την απόφασή τους εν καιρώ, αφού μια πρόωρη ανακοίνωση θα έχει ως αποτέλεσμα η μισή κυβέρνηση να πάψει να δουλεύει περιμένοντας τις αλλαγές.

Αν και η επιλογή μεταξύ του 45χρονου Μεντβέντεφ και του 58χρονου Πούτιν μπορεί να επηρεάσει τη σταδιοδρομία ορισμένων υπουργών, για την καθημερινή ζωή των Ρώσων δεν θα αλλάξει τίποτα. Πρώτον, οι δύο ηγέτες έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν έχουν σημαντικές διαφορές. Δεύτερον, είναι σαφές πως όποιος υποψήφιος έχει το όνομα - ή την έγκριση - του Πούτιν θα κερδίσει. Από τα 100 εκατομμύρια ψηφοφόρων της Ρωσίας, ο Πούτιν είναι ο μόνος που η φωνή του μετράει.

Ο Μεντβέντεφ - σημειώνει ο δημοσιογράφος Λούσιαν Κιμ στο σημερινό φύλλο της Ηerald Tribune - οφείλει τη θέση του στον Πούτιν. Παρόλο που δεσμεύτηκε να εκσυγχρονίσει τη διεφθαρμένη οικονομία της Ρωσίας, που στηρίζεται στο πετρέλαιο, στην πράξη έχει κάνει ελάχιστα πράγματα. Πολλές φορές έχει παραπονεθεί ότι οι υπουργοί αγνοούν τις εντολές του. Αν εξαφανιζόταν αύριο από την πολιτική σκηνή, δεν θα άφηνε πίσω του κανένα ίχνος. Είναι ένας πρόεδρος χωρίς φιλοδοξία, δύναμη ή εκλογική βάση.

Οι Ρώσοι περίμεναν περισσότερα από τη δημοκρατία όταν πήγαν για πρώτη φορά να εκλέξουν πρόεδρο, πριν από είκοσι χρόνια. Ύστερα από επτά δεκαετίες κομμουνιστικής δικτατορίας, ήθελαν να καθορίζουν πια οι ίδιοι την τύχη τους. Εξέλεξαν έτσι πανηγυρικά τον Μπόρις Γιέλτσιν, που είχε ταχθεί υπέρ της ελεύθερης αγοράς και των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Αλλά η χαρά τους δεν κράτησε πολύ, καθώς η χαώδης μετάβαση της χώρας στον καπιταλισμό τη βύθισε στη φτώχεια και την απαισιοδοξία.

Αν και ο Γιέλτσιν ανεχόταν τους πολιτικούς αντιπάλους του και την κριτική από τον Τύπο, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει βία εναντίον ανταρτών βουλευτών ή να χρησιμοποιήσει «διοικητικούς πόρους» για να επανεκλεγεί το 1996. Κι όταν τελείωνε η δεύτερη θητεία του, επέλεξε τον Πούτιν για να συνεχίσει τον ίδιο δρόμο.

Κανείς δεν έχει λόγο σήμερα να αμφισβητήσει τη δέσμευση του Πούτιν ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με απόλυτο σεβασμό του νόμου. Στο κάτω-κάτω, ο ίδιος εγκατέλειψε την προεδρία το 2008 γιατί το υπαγόρευε το Σύνταγμα. Και στη συνέχεια επικαλέστηκε το παράδειγμα του Φράνκλιν Ρούσβελτ για να δείξει ότι δεν υπάρχει κάτι αντιδημοκρατικό στο να μείνει κάποιος πρόεδρος για τέσσερις θητείες.

Προς το παρόν, ο Πούτιν επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στις βουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου. Τον Μάιο δημιούργησε το Λαϊκό Μέτωπο, μια «ομπρέλα» που υποτίθεται ότι θα συγχωνεύσει το κόμμα της Ενωμένης Ρωσίας με εκατοντάδες επαγγελματικές οργανώσεις. Με μια κίνηση, ο Πούτιν διεύρυνε τη βάση του, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι το κυβερνών κόμμα δεν μπορεί πια να καταγάγει από μόνο του μια αποφασιστική νίκη. Δεν θέλει να αφήσει τίποτα στην τύχη, σε μια χώρα όπου η ηγεσία στηρίζεται περισσότερο στην παθητικότητα του πληθυσμού παρά στην ενεργή υποστήριξή του.

Η μεγαλύτερη αποτυχία του πειράματος της Ρωσίας με τη δημοκρατία είναι ότι δεν δημιουργήθηκαν θεσμοί που να μπορούν να ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία και να διασφαλίζουν τη συνέχεια σε περιόδους πολιτικής αλλαγής. Όπως απέδειξε η πρόσφατη ιστορία, τα πολιτικά συστήματα που είναι επικεντρωμένα σε προσωπικότητες είναι εύθραυστα, όσο σταθερά κι αν φαίνονται από το εξωτερικό.