Εάν τα πράγματα εξελιχθούν όπως θα ήθελε, η Γιοχάνα Γιούκερμαν, θα ξυπνήσει στις 25 Σεπτεμβρίου με τα νέα ότι ο Μάρτιν Σουλτς νίκησε την Άνγκελα Μέρκελ στις γερμανικές εκλογές.

«Η εποχή της πολιτικής α-λα Μέρκελ, της εκτεταμένης λιτότητας στην Ευρώπη [και του Βόλφγκαν Σόιμπλε ως υπουργού των Οικονομικών της] μπορεί επιτέλους να αποτελέσουν παρελθόν,» είπε η 29χρονη ηγέτης των JuSos, της νεολαίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD).

«Εάν κερδίσει και ένας σοσιαλιστής στη Γαλλία, δύο Αριστεροί φιλο-ευρωπαίοι στην ηγεσία των δύο μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών μπορεί να στείλουν ένα ηχηρό σινιάλο στις εθνικιστικές τάσεις που βλέπουμε στη Βρετανία και την Αμερική.»

Ακόμα και οι πραγματικοί πιστοί στη γερμανική Αριστερά μπορεί να θεωρούν αυτό το σενάριο ουτοπικό – ειδικά αφού η μόνη ρεαλιστική πιθανότητα για εκλογή της γαλλικής Αριστεράς τον Μάιο εναποτίθεται σε έναν υποψήφιο που διατείνεται ότι η πολιτική δεν είναι ούτε Αριστερή, ούτε Δεξιά και αποφεύγει το σοσιαλιστικό κόμμα.

Αλλά την περασμένη εβδομάδα, πολιτικοί, ακτιβιστές και κομματικά στελέχη στη Γερμανία άρχισαν να ξαναζούν το όνειρο. Μετά την ανακοίνωση στα τέλη Ιανουαρίου από τον Σουλτς, τον πρώην πρόεδρο του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ότι κατεβαίνει υποψήφιος για την καγκελαρία με το SPD, το κόμμα έχει εκτιναχτεί στις δημοσκοπήσεις.

Για δεύτερη συνεχόμενη εβδομάδα, μια δημοσκόπηση της Τετάρτης από το ινστιτούτο Forsa της Γερμανίας, τοποθετούσε το SPD σε υψηλά πέντε ετών με το 31% των ψήφων, μόλις τρεις ποσοστιαίες μονάδες πίσω από τους χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ. Μια άλλη έρευνα, επίσης από την Forsa έδειξε ότι σε μια θεωρητική, άμεση αναμέτρηση του Σουλτς με την Μέρκελ για την καγκελαρία, η διαφορά μειώνεται στη μία μονάδα: ο Σουλτς θα έπαιρνε το 37% των ψήφων και η Μέρκελ το 38%.

Μια άλλη δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα έδειχνε το κόμμα του Σουλτς να ξεπερνά τους συντηρητικούς ως η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας.

«Παρατηρούμε μια καταπληκτική, ανανεωμένη αισιοδοξία στις συναντήσεις και στην προεκλογική εκστρατεία, ειδικά ανάμεσα στους νέους,» είπε η Γιούκερμαν. «Ο Μάρτιν Σουλτς μπορεί να είναι μέλος της φεντεραλιστικής πρωτοπορίας για κάποιους, όμως για τη γενιά μας οι απόψεις του είναι απλά φυσιολογικές.»

 Υπό του προκατόχου του, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, οι Σοσιαλδημοκράτες εισήλθαν στην κυβέρνηση μέσω ενός «ευρύ συνασπισμού» αλλά συχνά πάλευαν να διεκδικήσουν τα εύσημα για τις δικές τους τις πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως η εισαγωγή του κατώτατου μισθού το 2015.

Ο Σουλτς, που δεν ήταν άμεσα ενεργός στην εσωτερική πολιτική από την εκλογή του στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επωφελείται από την εικόνα του σχετικά αποστασιοποιημένου από το πολιτικό κατεστημένο του Βερολίνου.

Πρώην δήμαρχος του Würselen, κοντά στα ολλανδικά σύνορα, ο Σουλτς δίνει μια αίσθηση ότι πατάει στη γη, κάτι που η εφημερίδα Μπιλντ έχει παρομοιάσει με τη γοητεία του διευθυντή ενός σούπερ μάρκετ μικρής πόλης.

Πολλοί ειδικοί, πιστεύουν ότι ο ταραχώδης βίος του από την φτώχεια στα πλούτη μπορεί να έχει απήχηση στους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης που είναι απογοητευμένοι από το παλιό τους κόμμα. Ο Σουλτς παράτησε το σχολείο με προβλήματα αλκοολισμού και ένα ανεκπλήρωτο όνειρο για καριέρα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Ξεπέρασε τα προβλήματά του και ξεκίνησε από την αρχή ως βιβλιοπώλης.  

«Αυτό που μπορούμε να πούμε με σχετική βεβαιότητα, είναι ότι το SPD έχει προχωρήσει από την εποχή που προωθούσε έναν υποψήφιο που ήταν βέβαιο ότι θα χάσει από τη Μέρκελ προτού καν ξεκινήσει η προεκλογική εκστρατεία,» είπε ο Βέρνερ Πατσέλτ, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Δρέσδης.  «Ύστερα από 12 χρόνια Μέρκελ, πολλοί έχουν κουραστεί από το προσεκτικό, αμυντικό της προφίλ. Ο Σουλτς, ξαφνικά, μοιάζει με αυθεντική εναλλακτική.»

Η ανάδειξη ενός Αμερικανού Προέδρου ανοιχτά επικριτικού απέναντι στην οικονομική και κοινωνική πολιτική της Γερμανίας, οδήγησε κάποιους να καλέσουν σε μια πιο πολεμική στάση απέναντι στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, σε σχέση με την αποστασιοποιημένη κριτική που επιλέγει η Μέρκελ. Σε μια συνέντευξη στη νέα έκδοση του “Der Spiegel”, ο Σουλτς περιέγραψε τον Τραμπ ως «βαθιά» απειλή στις δημοκρατικές αξίες που «παίζει με την ασφάλεια του δυτικού κόσμου».

Ερωτηθείς πώς θα αντιμετωπίσει τον Τραμπ ως καγκελάριος της Γερμανίας, ο Σουλτς απάντησε εκθειάζοντας το φιλελεύθερο Σύνταγμα της Γερμανίας: «Ως ηγέτης μιας τέτοιας χώρας θα πρέπει να ακολουθήσω μια πολεμική οδό απέναντι σε όλους όσους αμφισβητούν αυτό το ελεύθερο, ανοιχτό και ανεκτικό μοντέλο της κοινωνίας.»

Όμως πολλοί, ακόμα και από τη γερμανική Αριστερά βλέπουν αυτή τη στάση με καχυποψία. Εάν υπήρχε μια ευρεία αριστερή πλειοψηφία στις γερμανικές εκλογές το 2013, όταν το SPD, οι Πράσινοι και η Αριστερά, συλλογικά συγκέντρωσαν το 42,7% των ψήφων, αυτή η πλειοψηφία έχει καταρρεύσει, ακριβώς τη στιγμή που τα κεντροαριστερά και ακροαριστερά κόμματα έκαναν τα πρώτα τους βήματα να ξεπεράσουν την ιστορική τους εχθρότητα.

Σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις οι Πράσινοι και η Αριστερά βρίσκονται στο 8%, πράγμα που σημαίνει ότι ένας «R2G” συνδυασμός (κόκκινοι, κόκκινοι, πράσινοι) αυτή τη στιγμή αδυνατεί να συγκεντρώσει το απαιτούμενο 50% για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Επίσης, παραμένει ασαφές εάν ο Σουλτς είναι εκείνη η μορφή που μπορεί να κάνει την εκλογική βάση των Σοσιαλδημοκρατών να συγχωρέσει το κόμμα για την καθόλου δημοφιλή «Ατζέντα 2010» της κυβέρνησης του Γκέρχαρντ Σρέντερ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 που εισήγαγε αλλαγές στην αγορά εργασίας.

Αν και είπε στο «Der Spiegel» ότι ήταν «λάθος» να μην συνδεθεί η φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας με τον κατώτατο μισθό και με υψηλότερους φόρους για τους βαθύπλουτους, παρέμεινε ασαφής ως προς το αν θα εισαγάγει νέο φόρο ή αν θα ανεβάσει και άλλο τον κατώτατο μισθό.

Ύστερα από πάνω από 20 χρόνια στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο, ο 61χρονος αντιμετωπίζει ερωτήματα για την πολιτική που θα ακολουθήσει σε ένα σύνολο ζητημάτων, από το άσυλο μέχρι την . Η υποστήριξή του για τα ευρω-ομόλογα – δάνεια προσυπογεγραμμένα από όλα τα μέλη της ευρωζώνης – οδήγησε τον Σουλτς σε απομόνωση μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Εάν η ελληνική κρίση επιστρέψει στα πρωτοσέλιδα πριν τις εκλογές μπορεί να αποδειχθεί η αχίλλειος πτέρνα του.

Όσον αφορά στις εκτιμήσεις αναφορικά με την ανταγωνιστικότητα των γερμανικών κομμάτων, το SPD ακολουθεί κατά πόδας το CDU της Μέρκελ. «Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο,» δήλωσε στο περιοδικό «Stern» ο δημοσκόπος Μάνφρεντ Γκύλνερ. «Αυτό πρέπει να αλλάξει τις ερχόμενες εβδομάδες εάν θέλουμε να δημιουργήσουμε μια πραγματική αίσθηση αλλαγής.»

Πηγή: The Guardian